Tuesday, March 24, 2015

ΘΕΟΤΟΚΟΣ: ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΙΑ & ΑΔΕΛΦΟΙ – Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ

FROM WORKER SECT TO ORTHODOXY
00695_HD
TRUTH TARGET
Συνοψίζει ὁ καθηγ. Στέργιος Σάκκος: «Ὁρισμένα δεδομένα θά μᾶς βοηθήσουν· αὐτά εἶναι τά ἀκόλουθα: Οἱ ἀδελφοί του Κυρίου εἶναι τέσσερεις ἀδελφοί πού ἀναφέρονται ὀνομαστικά καί τρεῖς τουλάχιστον ἀδελφές γιατί ὀνομάζονται μέ τήν ἀντωνυμία “πᾶσαι”. Ἄν ἦταν δύο, θά λεγόταν “ἀμφότεραι”. Οἱ ἀδελφοί δέν πίστευαν στόν Κύριο, δέν Τόν ἐκτιμοῦσαν, καί μιλοῦσαν σ᾽ Αὐτόν μέ περιφρόνησι καί εἰρωνεία. Ἀπ᾽ αὐτό καί ὅπως δείχνει ἡ φράσι [τῶν ἀδελφῶν Του πρός Αὐτόν] “οἱ μαθηταί Σου”(Ἱω 7, 3) κανένας ἀπό αὐτούς δέν ἦταν μαθητής τοῦ Κυρίου ἀπό τούς δώδεκα. Αὐτά λέγονται… στή Γραφή καί δέν ἀναφέρεται πουθενά ἄν οἱ ἀδελφοί τοῦ Κυρίου ἦταν ἤ δέν ἦταν παιδιά τῆς Παρθένου…
Πρίν ἀπό τή γέννησι τοῦ Ἰησοῦ ὁ Ἰωσήφ ὀνομάζεται συμβατικῶς μόνο “ἀνήρ τῆς Μαρίας”(Μθ 1, 16), ἡ δέ Μαρία “γυνή αὐτοῦ”(Μθ 1, 20· 1, 24). Δέν ὑπάρχει κίνδυνος νά παρεξηγηθοῦν οἱ φράσεις αὐτές, γιατί ἡ Γραφή λέει κατηγορηματικά, ὅτι κατά τήν γέννησι τοῦ Ἰησοῦ ἡ Μαρία ἦταν παρθένος [Μθ 1, 18, 20, 23]. Μετά τή γέννησι, ὅμως, τοῦ Ἰησοῦ ποτέ δέν ὀνομάζει ἡ Γραφή τόν Ἰωσήφ “ἄνδρα Μαρίας” οὔτε τή Μαρία “γυναῖκα αὐτοῦ”, ἀλλά καί ὅταν ἀκόμη ὁ ἄγγελος μιλάη στόν ἴδιο τόν Ἰωσήφ, λέει· “Ἐγερθείς παράλαβε τό
Παιδίον καί τήν μητέρα Αὐτοῦ”, και ὄχι , “τή γυναῖκα σου”. Καί ἦταν τότε ὁ Κύριος παιδί δύο ἐτῶν, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι, ἐάν ὁ Ἰωσήφ σκόπευε νά κάνη γυναῖκα του τήν παρθένο Μαρία, μέχρι τότε θά τό εἶχε κάνει. Καί ἡ φράσι αὐτή ἐπαναλαμβάνεται τέσσερεις φορές (Μθ 2, 13, 14, 20, 21). Μετά δώδεκα ἔτη πάλι ὁ Ἰωσήφ δέν ὀνομάζεται ἄνδρας τῆς Μαρίας, ἀλλά λέει γιά τούς δύο ὁ Λουκᾶς· “Καί ἦν Ἰωσήφ καί ἡ μήτηρ Αὐτοῦ (τοῦ Ἰησοῦ) θαυμάζοντες ἐπί τοῖς λαλουμένοις περί Αὐτοῦ”(Λκ 2. 33· 2, 43). Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐπί δώδεκα ἔτη δέν ἔκανε ὁ Ἰωσήφ τήν παρθένο σύζυγό του, δέν τήν ἔκανε οὔτε ἀργότερα [καί, μάλιστα, μετά τά 12 ἔτη δέν ἐμφανίζεται ὁ Ἰωσήφ· ἄρα θά εἶχε πεθάνει].
Στήν τελευταία ἀπό τίς τέσσερεις μαρτυρίες, τίς ὁποῖες σᾶς ἀνέφερα, οἱ ἀδελφοί του Ἰησοῦ φέρονται σ᾽ αὐτόν σάν μεγαλύτεροι και μέ πνεῦμα κηδεμόνος. Πῶς, ὅμως, δικαιολογεῖται αὐτό, ἀφοῦ, ἄν ἦταν ὁμομήτριοι ἀδελφοί του, ἔπρεπε ὁ μεγαλύτερος ἀπ᾽ αὐτούς νά ἦταν δώδεκα χρόνια μικρότερός του, καί οἱ ἄλλοι ἀκόμη μικρότεροι; Ποτέ δέν ἀναφέρεται ρητά ἤ ἔμμεσα γάμος τῆς Μαρίας μέ τόν Ἰωσήφ καί ποτέ οἱ ἀδελφοί τοῦ Κυρίου δέν ὀνομάζονται παιδιά τῆς Μαρίας. Ὁ Κύριος λίγες στιγμές πρίν ἀπό τόν θάνατό του πάνω στόν Σταυρό “ἰδών τήν μητέρα καί τόν μαθητήν παρεστῶτα ὅν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· γύναι ἴδε ὁ υἱός σου. Εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδού ἡ μήτηρ σου. Καί ἀπ᾽ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν αὐτήν ὁ μαθητής εἰς τά ἴδια”, δηλαδή στό σπίτι του (Ἰω 19, 26-27). Ἄν οἱ ἀδελφοί τοῦ Κυρίου ἦταν παιδιά τῆς Μαρίας, δέν θά ἀνέθετε στόν Ἰωάννη νά γηροκομήση τήν μητέρα του, οὔτε αὐτή θά τό δεχόταν ἄν εἶχε ἑπτά ἤ περισσότερα παιδιά…
Τήν ἄποψι γιά τήν ἀειπαρθενία τῆς Μαρίας ἐνισχύει καί τό πρόσωπο τοῦ Ἰωσήφ. Ὁ Ἰωσήφ δέν ἦταν ἄνθρωπος σαρκικοῦ φρονήματος καί ἀκρατής, οὔτε ἐγωιστής. Ἀντίθετα ἦταν ἄνθρωπος συγκρατημένος, ἀφοῦ δέν ἔκανε τήν μνηστή του ἀμέσως γυναῖκα του. Διότι δέν ὑπῆρχε ἱερολογία μυστηρίου γιά τό γάμο πρό Χριστοῦ, τήν ὁποία ἔπρεπε κανείς νά περιμένη γιά νά κοιμηθῆ μέ τήν γυναῖκα του. Μποροῦσε νά κάνη τήν μνηστή του γυναῖκα του ὅποτε ἔκρινε. Ὁ Ἰωσήφ δέν ἦταν ἄνθρωπος πού βιαζόταν νά τό κάνη. Ἦταν καί αὐτός ὅπως καί ἡ Μαρία σκεῦος ἐκλογῆς, προφανῶς δέ ὁ ἁγνότερος ἀπό τούς ἄνδρες τῆς γενιᾶς του. Ὁ Ἰωσήφ ἦταν ἄνθρωπος στόν ὁποῖο ἀνέθεσε ὁ Θεός νά φυλάξη τήν ἁγνότητα τῆς μητέρας Του. Δέν ἦταν τυχαῖος ἄνθρωπος ὁ Ἰωσήφ, οὔτε εἶχε τήν νοοτροπία τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Μαρίας. Αὐτοί εἶπαν ὅσα εἶπαν γιατί ἦσαν ἐχθροί τῆς παρθενίας γενικά καί δέν χωροῦσε στό μυαλό τους πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νά μείνη σ᾽ ὄλη τή ζωή του παρθένος. Αὐτοί καί τόν Κύριο ἄν μποροῦσαν νά τόν παρουσιάσουν σάν μή παρθένο, δέν θά δίσταζαν νά τό κάνουν. Ὁ Ἰωσήφ ὑποτασσόταν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί σάν ἄνθρωπος τελείως ὑποτεταγμένος μποροῦσε νά ἀντιλαμβάνεται, ὅτι τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἦταν νά μείνη ἡ μητέρα Του παρθένος, πάναγνη καί μετά τή γέννησί Του, ὅπως καί πρίν ἀπ᾽ αὐτήν. Ἀντιλαμβανόταν ὁ Ἰωσήφ ὅτι ὁ Κύριος φύλαξε ἄμωμη τή Μαρία, ὄχι μόνο γιά νά ἐξυπηρετηθῆ ἡ ἐνανθρώπησί Του, ἀλλά καί χάριν τῆς ἴδιας. Σᾶς φαίνεται παράδοξο; Μήπως δέν εἶναι περισσότερο παράδοξο, ὁ ζηλωτής τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, πού διατάσσει νά λιθοβολοῦνται οἱ κλεψίγαμες γυναῖκες, νά μή τηρήση τό νόμο, ἀλλά νά θελήση νά τή διώξη κρυφά καί μετά ἀπό τή θεία ἀποκάλυψι νά τήν κρατήση ὑπό τήν προστασία του;».
• «Ὅταν παρουσιάζεται μπροστά στά μάτια τους ὁ σαρκωμένος Θεός, ὁ Ἰωσήφ θεωροῦσε τόν ἑαυτόν του σάν κι αὐτούς πού “ἔχοντες γυναῖκας ὡς μή ἔχοντες εἰσί”(Α´ Κορ 7, 29)».
• Ἰδού κι ἕνας ὡραῖος συλλογισμός τοῦ π. Ἰωήλ Γιαννακοπούλου: «Ἡ συμπεριφορά πρός τόν Ἰησοῦ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν [πού, σύμφωνα μέ τούς αἱρετικούς, θά ἦταν τέκνα τῆς Θεοτόκου], οἱ ὁποῖοι φέρονται παντοῦ ὡς κηδεμόνες τοῦ Ἰησοῦ (βλ. Ἰω 7, 3· Μρ 3, 21) ἀντίκειται πρός τήν ἡλικία αὐτῶν ὡς μικροτέρων καί τοῦ Ἰησοῦ ὡς μεγαλυτέρου, πρωτοτόκου. Διότι ἡ Ἁγ. Γραφή λέει ὅτι οἱ μεγαλύτεροι ἀδελφοί, ἰδίως οἱ πρωτότοκοι προΐσταντο τῶν μικροτέρων. Κατά τό Γένεσι δηλ. 27, 29 (“γίνου κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου”), τό ὁποῖο εἶπε ὁ Ἰσαάκ στόν Ἰακώβ ὅταν ἐκεῖνος λάμβανε τά πρωτοτόκια τοῦ Ἠσαῦ, καί τό 27, 40 (“τῷ ἀδελφῷ σου δουλεύσεις”), τό ὁποῖο εἶπε ὁ Ἰσαάκ στόν Ἡσαῦ, ἔπρεπε ὁ Ἰησοῦς ὡς πρωτότοκος νά διατάσση καί ὄχι νά διατάσσεται. Ἄν πάλι ὑποθέσουμε, ὅτι οἱ ἀδελφοί αὐτοί ἦταν μεγαλύτεροι τοῦ Ἰησοῦ, αὐτό ἀντίκειται πρός τή ρητή βεβαίωσι, ὅτι ὁ Κύριος ἦταν πρωτότοκος Υἱός τῆς Παρθένου (Μθ 1, 25· Λκ 2, 7). Ἑπομένως οὔτε μικρότεροι οὔτε μεγαλύτεροι τοῦ Ἰησοῦ ὡς πραγματικοί ἀδελφοί εἶναι. Θά ἦταν μεγαλύτεροι στήν ἡλικία ἀλλά συγγενεῖς Του».
• Γράφει, ἀκόμα, Στέργιος Σάκκος: «Ὁ πόκος τοῦ Γεδεών ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς ἑρμηνευτές τῆς Π. Διαθήκης ἐκλαμβάνεται ὡς τύπος τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας. Ὅλη ἡ χώρα βράχηκε καί ὁ πόκος ἔμεινε στεγνός· ὅλες οἱ μητέρες ἔχασαν τήν παρθενία τους, ἀλλά ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου ἔμεινε παρθένος. Ὅλη ἡ χώρα ἔμεινε ξηρά, ἀλλά ὁ πόκος βράχηκε· ὅλες οἱ παρθένες ὑπῆρξαν ἄτεκνες ἀλλά ἡ παρθένος Μαρία γέννησε παιδί, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό».

***
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Μαξίμοβιτς γράφει, σωστά: «Ἐφεῦραν τήν ἱστορία ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπ’ τή Ναζαρέτ εἶχε προέλθει ἀπό χυδαῖο κι ἀνήθικο περιβάλλον, κι ὅτι ἡ Μητέρα Του εἶχε συσχετισθῆ μέ συγκεκριμένο Ρωμαῖο στρατιώτη.
Ὅμως, ἡ ἀλήθεια παραῆταν προφανής γιά νά τραβήξη αὐτό τό μυθιστόρημα ἀρκετή προσοχή. Ὅλη ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἰωσήφ καί ἡ ἴδια ἡ Μαρία ἦταν γνωστοί στούς κατοίκους τῆς Ναζαρέτ καί τῶν περιχώρων της ἐκείνη τήν ἐποχή. “Πόθεν τούτῳ ἡ σοφία αὕτη καί αἱ δυνάμεις; οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; οὐχί ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριάμ καί οἱ ἀδελφοί αὐτοῦ Ἰάκωβος καί Ἰωσῆς καί Σίμων καί Ἰούδας; καί οἱ ἀδελφαί αὐτοῦ οὐχί πᾶσαι πρός ἡμᾶς εἰσί;”(Μθ 13, 54-55· Μρ 6, 3· Λκ 4, 22). Αὐτά ἔλεγαν οἱ συγχωριανοί Του στή Ναζαρέτ ὅταν ὁ Χριστός ἀπεκάλυψε ἐνώπιόν τους, στή συναγωγή, τήν ὑπερκόσμια σοφία Του. Σέ μικρές πόλεις τά οἰκογενειακά θέματα τοῦ καθενός εἶναι πολύ γνωστά· πολύ στενή παρακολούθησι γινόταν τότε γύρω ἀπ’ τήν ἀγνότητα τοῦ ἐγγάμου βίου.
Θά εἶχαν οἱ ἄνθρωποι συμπεριφερθῆ μέ σεβασμό πρός τόν Ἰησοῦ, θά τόν εἶχαν καλέσει νά κηρύξη στή συναγωγή, ἐάν εἶχε γεννηθῆ ἀπό παράνομη συμβίωσι; Στή Μαρία θά εἶχε ἰσχύσει ὁ νόμος τοῦ Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος διέταζε ὅτι τέτοιοι ἄνθρωποι πρέπει νά λιθοβολοῦνται μέχρι θανάτου· καί οἱ Φαρισαῖοι θά εἶχαν δράξει τήν εὐκαιρία πολλές φορές νά κατηγορήσουν τό Χριστό γιά τή συμπεριφορά τῆς Μητέρας Του. Ἀλλά ἀκριβῶς τό ἀντίθετο συνέβαινε. Ἡ Μαρία ἀπολάμβανε μεγάλο σεβασμό. Στό γάμο τῆς Κανᾶ Αὐτή ἦταν ἡ ἐπίτιμη καλεσμένη τοῦ γάμου, κι ὅταν ἀκόμη ὁ Υἱός της εἶχε καταδικασθῆ, κανείς δέν ἐπέτρεψε στόν ἑαυτό του νά προπηλακίση ἤ νά ἐπικρίνη τή Μητέρα Του».
• Λέει ἐπιγραμματικά ὁ Ἅγ. Φώτιος: «Σ᾽ αὐτόν πού μόνο ἀπό τόν ἄνδρα ἐξήγαγε γυναῖκα, εἶναι δυνατόν κι ἀπό μόνη τή γυναῖκα νά ἐξαγάγη γυιό».

***
Γράφει ὁ Ἀπ. Μακράκης: «Σύμφωνα μέ τό θεῖο νόμο ἡ παντρεμένη γυναῖκα πρός τό ζῶντα ἄνδρα εἶναι δεμένη μέ τό νόμο, καί, ὅπως λέει ὁ Παῦλος, θά γίνη μοιχαλίδα, ἄν, ζῶντος τοῦ ἀνδρός, συνδεθῆ μέ ἄλλο ἄνδρα. Ἡ Κεχαριτωμένη Μαριάμ, πού ἦταν ἁγνή Παρθένος, εἶχε δεθῆ ἀπό τό νόμο μέ τό Θεό καί Πατέρα, ἀφοῦ ἔγινε σύζυγος Αὐτοῦ, ἐφόσον συνέλαβε ἀπό Αὐτόν τήν ὑπόστασι τοῦ Λόγου, καί γέννησε Υἱό, πού εἶχε Πατέρα τό Θεό καί ὄχι ἄνθρωπο. Ἔτσι εἶπε πρός αὐτήν ὁ Ἄγγελος: “Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί. Ἰδού συλλήψῃ ἐν γαστρί, καί τέξῃ Υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Οὗτος ἔσται μέγας, καί Υἱός Ὑψίστου κληθήσεται. Καί δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεός τόν θρόνον Δαβίδ τοῦ πατρός αὐτοῦ, καί βασιλεύσει ἐπί τόν οἶκον Ἰακώβ εἰς τούς αἰῶνας, καί τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. Εἶπε δέ Μαριάμ πρός τόν Ἄγγελον· Πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω; Καί ἀποκριθείς ὁ Ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ, καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται Υἱός Θεοῦ”.
Σύμφωνα μέ τά λόγια αὐτά τοῦ Ἀγγέλου ἡ Παρθένος, μή γνωρίζοντας κοίτη ἀνδρός, συλλαμβάνει ἀπό τό Θεό καί Πατέρα τήν ὑπόστασι τοῦ Λόγου, συνεργείᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ἀφοῦ συνέλαβε δέ, ἔτεκε τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Ἡ Μητέρα ἄρα τοῦ Υἱοῦ ἔγινε σύζυγος καί γυναῖκα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, καί ἡ Θεοτόκος εἶναι καί Θεόνυμφος. Κάθε δέ γυναῖκα, ἄν, ζῶντος τοῦ ἀνδρός της, συνδεθῆ μέ ἄλλο ἄνδρα, γίνεται μοιχαλίδα σύμφωνα μέ τό νόμο. Ἄν δέ καί τοῦ Θεοῦ ἡ σύζυγος συνδέθηκε μέ ἄλλο ἄνδρα, ἔγινε μοιχαλίδα κατά τό νόμο· διότι εἶναι ἀθάνατος ὁ Θεός μέ τόν Ὁποῖο συζεύχθηκε, καί ἀδιάλυτο στόν αἰῶνα τό θεῖο συνοικέσιο. Ἄν δέ καί ὁ Ἰωσήφ, ἄνδρας δίκαιος κατά τή Γραφή, γνώρισε τή σύζυγο τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ἔνοχος ἀνοσιότατης μοιχείας. Ἄν δέ καί ὁ Θεός ἐπέτρεψε τό ἀνοσιούργημα, καί θέλησε ἀντίθετα μέ τό νόμο τόν ὁποῖο θέσπισε νά ἔχη γυναῖκα μοιχαλίδα, ἄς σκεφθοῦν ὅσοι νομίζουν ὄτι ἔτσι τιμοῦν τό Θεό τί βλασφημοῦν κατά τοῦ Θεοῦ, καί πῶς γίνονται ὄργανα τοῦ Σατανᾶ, λέγοντας λόγια ἀντάξια τῆς διανοίας ἐκείνου».

***
Ἄς δοῦμε πῶς τό προσεγγίζουν οἱ Πατέρες καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας:
«“Ὁ Ἰωσήφ ἦταν ἀδύνατον νά προσβάλη τό Ναό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τή μητέρα τοῦ Κυρίου, τήν ἀγκάλη τοῦ μυστηρίου”, λέγει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος (339-397)· ἡ Μαρία, προσθέτει, ἦταν “σύζυγος καί ταυτόχρονα Παρθένος, γιατί ἦταν πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας πού ταυτόχρονα εἶναι ἄσπιλος καί μνηστή”».
• Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος τονίζει: «Ἄν μετά τήν ἀποστόμωσί τους σ᾽ αὐτό τό ζήτημα (τοῦ ὀνόματός Του Ἐμμανουήλ) ζητοῦν ἄλλο, αὐτό πού εἰπώθηκε περί τῆς παρθενίας (τῆς Θεοτόκου), καί μᾶς προβάλλουν ἄλλους ἑρμηνευτές, λέγοντας ὅτι, δέν εἶπαν παρθένο, ἀλλά νεάνιδα· πρῶτο μέν θά ποῦμε τοῦτο, ὅτι περισσότερο ἀξιόπιστοι ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἑρμηνευτές εἶναι δίκαια οἱ Ἑβδομήκοντα. Διότι οἱ μέν δικοί τους ἑρμηνευτές ἑρμήνευσαν μετά τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, παραμένοντας στήν Ἰουδαϊκή θρησκεία, καί δικαίως θά πρέπη νά θεωροῦνται ὕποπτοι, ἐπειδή μίλησαν μᾶλλον μέ ἀπέχθεια, καί ἐπειδή συσκίαζαν ἐπίτηδες τῆς προφητεῖες. Οἱ Ἑβδομήκοντα, ὅμως, γι᾽ αὐτό συνῆλθαν, πρίν ἑκατό ἤ καί περισσότερα χρόνια ἀπό τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, καί ὄντας τόσοι, εἶναι ἀπαλλαγμένοι ἀπό κάθε τέτοια ὑποψία, καί δίκαια θά εἶναι ἄξιοι ἐμπιστοσύνης καί γιά τό χρόνο, καί λόγῳ τοῦ πλήθους, καί γιά τή συμφωνία τους…
Ἀλλά καί τή λέξι νεᾶνις, ἐπί τῆς παρθενίας, συνηθίζει νά τή χρησιμοποιῆ ἡ Γραφή, ὄχι μόνο γιά τίς γυναῖκες, ἀλλά καί γιά τούς ἄνδρες. Διότι λέει: “Νεανίσκοι καί παρθένοι, γεροντότεροι μαζί μέ τούς νεωτέρους”(Ψ 148, 12). Καί γιά κάποια κοπέλλα, τήν ὁποία θέλησε κάποιος νά βιάση, λέη πάλι: “Ἐάν φωνάξη ἡ νεάνις”(Δευτ 22, 27 [βλ. καί: «Ἐάν δέ τις εὕρῃ τήν παῖδα τήνπαρθένον, ἥτις οὐ μεμνήστευται, καί βιασάμενος κοιμηθῇ μετ᾿ αὐτῆς καί εὑρεθῇ, δώσει ὁ ἄνθρωπος ὁ κοιμηθείς μετ᾿ αὐτῆς τῷ πατρί τῆς νεάνιδος πεντήκοντα δίδραχμα ἀργυρίου, καί αὐτοῦ ἔσται γυνή, ἀνθ᾿ ὧν ἐταπείνωσεν αὐτήν· οὐ δυνήσεται ἐξαποστεῖλαι αὐτήν τόν ἅπαντα χρόνον»(Δευτ 22, 28-29)]), δηλαδή, ἡ παρθένος [βλ. καί: «Οὗτοι ἀπέκτειναν τούς νεανίσκους αὐτῶν ἐν ρομφαίᾳ περικύκλῳ τοῦ ἁγίου αὐτῶν ἱεροῦ καί οὐκ ἐφείσαντο νεανίσκου καί παρθένου καί πρεσβύτου καί νεωτέρου, ἀλλά πάντας παρέδωκαν εἰς τάς χεῖρας αὐτῶν»(Α´ Ἔσδρ 1, 50)]».
• Ὁ Αγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει: «Ἐκπληρώθηκε στή Θεοτόκο ἀντιστρόφως ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶπε ὁ Μωυσῆς στό Λευϊτικό. Τί εἶπε; “Γυνή, ἥτις ἐάν σπερματισθῇ καί τέκῃ ἄρσεν, ἀκάθαρτος ἔσται ἑπτά ἡμέρας”(12, 1). Τοῦτο δέ ἀληθῶς καί προφητικῶς εἰπώθηκε ἐκ πλαγίου περί τῆς ἀπειράνδρως (: ἄνευ ἀνδρός) καί ἀσπόρως τεκούσης Παρθένου· διότι μόνο αὐτή, χωρίς νά σπερματισθῆ ἔτεκε ἄρσεν· ἐπειδή ἦταν περιττό νά πῆ ὁ Μωυσῆς τό “Ἐάν σπερματισθῇ καί τέκῃ”· καθότι σέ ὅλους εἶναι φανερό, ὅτι ἁπλῶς καί σ᾽ ὅλες τίς περιπτώσεις κάθε γυναῖκα κατά φύσιν σπερματίζεται πρῶτα ἀπό ἄνδρα, καί ἔπειτα γεννᾶ. Λέγοντας, λοιπόν, τό “Ἐάν σπερματισθῇ”, ἐφανέρωσε σέ μεγάλο βαθμό τό σιωπώμενο, πολύ βαθειά καί μυστικά, ὅτι θά ὑπάρξη κάποτε Παρθένος, ἡ ὁποία, καί χωρίς νά σπερματισθῆ, θά γεννήση».
• Ἀκόμα: «Ἐπειδή, λοιπόν, ὑπῆρχε αὐτή ἡ συνήθεια καί οἱ πατέρες ὅριζαν τά ὀνόματα τῶν τέκνων, ὁ δέ Ἰησοῦς Χριστός δέν γεννήθηκε ἐκ σπορᾶς πατρός, ἀλλά μόνο ἀπό Μητέρα, γι᾽ αὐτό σοφότατα ἡ Παρθένος ὀνόμασε τόν υἱό της Σωτῆρα, δηλαδή Ἰησοῦ, πρίν τόν ὀνομάση ὁ Ἰωσήφ τήν ὀγδόη ἡμέρα, ἀφοῦ αὐτή μέν ἦταν ἀληθινή Μητέρα Του, ὁ δέ Ἰωσήφ δέν ἦταν ἀληθινός πατέρας Του, ἀλλά μόνο νομιζόμενος· διότι ἔπρεπε, ὅπως τό ὄνομα Ἰησοῦς ἔδωσε ὁ ἄναρχος Πατέρας στόν Υἱό Του, ὁ μόνος πού Τόν γέννησε κατά τή Θεότητα χωρίς Μητέρα (ἐπειδή ἀπό τόν ἄναρχο Πατέρα παρέλαβε μέ ἀποκάλυψι ὁ Γαβριήλ αὐτό τό ὄνομα καί τό ἔφερε στή γῆ, ὅπως λέει ὁ Νικήτας στή Σειρά τοῦ κατά Ματθαῖον), ἔτσι ἔπρεπε νά ὁρίση τό ἴδιο ὄνομα σ᾽ Αὐτόν καί ἡ Μητέρα, ἡ μόνη πού Τόν γέννησε κατά τήν ἀνθρωπότητα χωρίς πατέρα».
• Ὁ Ἅγ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ ἐπιμένει στήν πίστι στήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου: «Πιστεύεις ὅτι ἡ Παναγία —ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν, ἡ Θεοτόκος— εἶναι Παρθένος πρίν τή γέννησι, στή γέννησι καί μετά τή γέννησι, ὅτι δέν Τήν ἄγγιξε ἡ φθορά καί ὅτι Αὐτή μαζί μέ τόν Υἱό της, πού μετά ἀπό τρεῖς μέρες ἀναστήθηκε ἀπ᾽ τούς νεκρούς, φροντίζει καί σήμερα γιά τή σωτηρία μας;
Ν. Μοτοβίλωφ: Πιστεύω, τοῦ ἀπάντησα».
• Ὁ Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς γράφει: «Στό βίο τοῦ ὁσίου Ἀμμούν (πού γιορτάζει στίς 4 Ὀκτωβρίου) ἀναφέρεται πώς ἔζησε ὡς ἔγγαμος δεκαοκτώ χρόνια χωρίς νά ἔχη καμμιά σαρκική ἐπαφή μέ τή γυναῖκα του. Ἡ ἁγία μάρτυς Ἀναστασία, ἐπίσης, (†22 Δεκεμβρίου) ἦταν ἀρκετά χρόνια παντρεμένη μέ τό Ρωμαῖο συγκλητικό Πούπλιο, χωρίς νά ὁλοκληρωθῆ ποτέ σαρκικά ὁ γάμος τους. Παραθέτουμε ἐδῶ δύο μονάχα μαρτυρίες ἀνάμεσα ἀπό χιλιάδες ἄλλες. Ἡ Παρθένος Μαρία, ἡ ὑπέρτατη καί πάναγνη παρθένος πρό, κατά καί μετά τή γέννησι, ἐνέπνευσε χιλιάδες νέους καί νέες νά ζήσουν παρθενική ζωή στή μακρόχρονη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀτενίζοντας τό μεγαλεῖο τῆς παρθενίας της πολλές ἔγγαμες γυναῖκες ἔσπασαν τά δεσμά τοῦ γάμου καί ἀφοσιώθηκαν στήν παρθενική ἁγνότητα. Βλέποντας τό ὑπέροχο παράδειγμά της πολλοί ἄνθρωποι πού ζοῦσαν μιά ἐντελῶς ἀνήθικη ζωή, ἐγκατέλειψαν τήν ἁμαρτία καί καθάρισαν τήν ψυχή τους μέ δάκρυα καί προσευχή. Πῶς θά μποροῦσε νά σκεφθῆ κανείς, λοιπόν, ὅτι ἡ πάναγνη Παρθένος, Στύλος καί ἡ ἔμπνευσι τῆς χριστιανικῆς ἁγνότητος καί παρθενίας διά μέσου τῶν αἰώνων, βρίσκεται σέ χαμηλότερη βαθμίδα ἁγνότητος καί παρθενίας ἀπ’ τήν Ἀναστασία, τή Θέκλα, τή Βαρβάρα, τήν Αἰκατερίνη, τήν Παρασκευή καί ὅλες τίς ἄλλες ἀναρίθμητες παρθένες; Πῶς εἶναι δυνατόν καί νά φαντασθῆ κανείς πώς ἐκείνη πού γέννησε κατά σάρκα τόν ἀπαθῆ Κύριο, θά μποροῦσε νά ζήση στή σκιά τοῦ σαρκικοῦ πάθους; Ἐκείνη πού ἐγκυμονοῦσε καί γέννησε τό Θεό “ἦταν παρθένος ὄχι μόνο σαρκικά ἀλλά καί πνευματικά”, λέει ὁ Ἅγ. Ἀμβρόσιος. Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τό Ἅγ. Πνεῦμα μέ μέλισσα λέγοντας: “Ὅπως ἡ μέλισσα δέν μπαίνει σέ κάποιο βρώμικο δοχεῖο, ἔτσι καί τό Ἅγ. Πνεῦμα δέν εἰσέρχεται σέ ἀκάθαρτη ψυχή”».

***
Ἄς δοῦμε τώρα μερικά βιβλικά χωρία σχετικά μέ τό θέμα μας καί κάποιες ἑρμηνευτικές νύξεις:
• «Καί ἔχθραν θήσω ἀνά μέσον σοῦ [τοῦ ὄφεως, τοῦ διαβόλου] καί ἀνά μέσον τῆς γυναικός καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματός σου καί ἀνά μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς [ἐνῶ τό σπέρμα κυριολεκτεῖται σέ ἄνδρα]· αὐτός [συγκεκριμένο πρόσωπο· ὁ Χριστός] σου τηρήσει (: συντρίψη) κεφαλήν, καί σύ τηρήσεις αὐτοῦ (: θά Τοῦ τραυματίσης) πτέρναν»(Γεν 3, 15).
• «Γεννᾶται τό ἐρώτημα: Ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε σαρκική συνάφεια καθ᾽ ὅν χρόνον ὁ Ἰωσήφ ἀναφέρεται ὡς “ἀνήρ” τῆς Μαρίας καί ἡ Μαρία ὡς “γυνή” τοῦ Ἰωσήφ, πῶς θά ὑπῆρχε σαρκική συνάφεια κατόπιν, ὅταν οὐδέποτε ἀναφέρονται ἔτσι, ἀλλά ἡ Μαρία πάντοτε ἀναφέρεται ὡς “μήτηρ” τοῦ Ἰησοῦ;».
• Ὁ Κύριος, κατά τή Βίβλο, ἤθελε τήν ἀποκλειστική χρῆσι ὁρισμένων πραγμάτων: «Λέγει αὐτοῖς· Ὑπάγετε εἰς τήν κώμην τήν κατέναντι ὑμῶν, καί εὐθέως εἰσπορευόμενοι εἰς αὐτήν εὑρήσετε πῶλον (: πουλαράκι) δεδεμένον, ἐφ᾽ ὅν οὐδείς ἀνθρώπων κεκάθικε (: κανένας δέν τό καβαλίκευσε)· λύσαντες αὐτόν ἀγάγετε (φέρτε το)»(Μρ 11, 2)· «ἦν δέ ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη κῆπος, καί ἐν τῷ κήπῳ μνημεῖον καινόν, ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδείς ἐτέθη»(Ἰω 19, 41). Ἔτσι καί ἡ Θεοτόκος ἦταν κατοχυρωμένη μόνο σ᾽ Αὐτόν!
• Ἐξάλλου: «Πᾶν δέ ἀνάθεμα (: ἀφιέρωμα), ὅ ἐάν ἀναθῇ ἄνθρωπος τῷ Κυρίῳ ἀπό πάντων, ὅσα αὐτῷ ἐστιν, ἀπό ἀνθρώπου ἕως κτήνους καὶ ἀπό ἀγροῦ κατασχέσεως αὐτοῦ (: στήν κατοχή του), οὐκ ἀποδώσεται (: δέν μπορεῖ πλέον νά τό πουλήση), οὐδέ λυτρώσεται (: οὔτε νά πληρώση τό ἀντίτιμό του καί νά τό πάρη πίσω)· πᾶν ἀνάθεμα ἅγιον ἁγίων ἔσται τῷ Κυρίῳ (: εἶναι κατεξοχήν ἅγιο στά μάτια τοῦ Κυρίου)»(Λευ 27, 28).
• «Ἡ φράσι “ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται”(Ἡσ 7, 14) σημαίνει ὅτι ἡ Παρθένος θά μείνη ἔγκυος καί θά γεννήση, χωρίς νά χάση τήν ἰδιότητα τήν ὁποία ἐκφράζει τό ὄνομά της. Διότι ἄν ἔχανε κατά τόν τοκετό τήν παρθενία της, δέν θά εἶχε νόημα ἡ φράσι “ἡ Παρθένος τέξεται” υἱόν».
•  παρθένος καί ὄχι κάποια παρθένος.
• «Τό προφητικό μάτι τοῦ Ἡσαΐα ἔβλεπε μία Κόρη, ἀπό τή στιγμή τῆς γεννήσεώς της μέχρι τή στιγμή τοῦ φυσικοῦ θανάτου της ὡς Παρθένο. Ὁ Προφήτης δέν βλέπει μιά γυναῖκα τῆς ὁποίας τό νῆμα τῆς ἐπίγειας ζωῆς ἔχει δύο χρωματισμούς. Τό ἐπίγειο διάβα της εἶναι ἐνιαῖο καί ἀδιάσπαστο. Εἶναι παρθενικό. Γι᾽ αὐτό ἀποκαλεῖται καί Παρθένος. Ἄν ἐπρόκειτο νά ἦταν παρθένος μέχρι τή στιγμή τοῦ γάμου, τότε δέν θά τήν ὀνόμαζε τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέσῳ τοῦ Ἡσαΐα, Παρθένο ἄλλά ἄγαμο».
• «Διά τοῦτο δώσει Κύριος αὐτός ὑμῖν σημεῖον· ἰδού ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει, καί τέξεται υἱόν, καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ»(Ἡσ 7, 14), ἐνῶ δέν κυοφορεῖ ποτέ κάποια παρθένος· ὅταν κυοφορῆ, δέν εἶναι πλέον παρθένος· ὁ Ἡσαΐας, ὅμως, τήν ὀνομάζει παρθένο κατά τήν κυοφορία. Αὐτό κυριολεκτεῖται μόνο στή Θεοτόκο. Ἐξάλλου, τί σημεῖο=θαῦμα θά ἦταν τό νά γεννήση μιά ἁπλῆ γυναῖκα; Ἐνῶ τό νά γεννήση κάποια παραμένοντας παρθένος εἶναι θαῦμα, καί μάλιστα μέγα.
• «Κῆπος κεκλεισμένος, ἀδελφή μου νύμφη, κῆπος κεκλεισμένος, πηγή ἐσφραγισμένη»(ἌσμἈσμ 4, 12).
• «Ἄν ἡ σύλληψι τοῦ Μεσσία περιγράφεται ὄντως ἀπό τόν τρίτο εὐαγγελιστή ὅτι ἔγινε κατά φύσιν καί κατά τόν συνήθη τρόπο, καταβιβάζεται σέ πολύ ὑποδεέστερη μοῖρα ἀπό τή σύλληψι τοῦ Προδρόμου, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὅτι ἔγινε μέ θαῦμα, ἀφοῦ συνέλαβε κατ᾽ αὐτήν ἡ στεῖρα Ἐλισάβετ. Ἔπειτα δέν ἐξηγεῖται, πῶς ὁ ἀρχάγγελος ὡς σημεῖο τό ὁποῖο θά κατέπειθε τήν Θεοτόκο περί τοῦ ὅτι “οὐκ ἀδυνατήσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα”, προβάλλει τό ὅτι ἡ Ἐλισάβετ θά ἀποκτοῦσε γυιό. Ποιά ἔννοια θά εἶχαν οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ ἀγγέλου, ἄν ἐπρόκειτο ἡ Μαρία νά συλλάβη φυσικῶς; Καί τέλος ἡ Ἐλισάβετ μακαρίζει τή Μαρία, διότι πίστεψε ὅτι θά ἐκπληρωθοῦν ὅλα ὅσα εἰπώθηκαν σ᾽ αὐτήν ἀπό τόν Κύριο (Λκ 1, 45). Ποιός ὁ λόγος τοῦ μακαρισμοῦ αὐτοῦ, ἄν ὁ εὐαγγελισμός τοῦ ἀγγέλου ἀναφερόταν σέ γεγονός, τό ὁποῖο φυσικῶς ἐπρόκειτο νά συντελεσθῆ;».
• Ὁ Ὀζά θανατώθηκε πού ἄγγιξε τήν Κιβωτό, παρότι δέν τό ἔκανε μέ σκοπό νά τή βεβηλώση (Β´ Βασ 6, 6, 7· Α´ Πρλ 13, 7, 9, 10)· πολύ περισσότερο αὐτός πού θά ἄγγιζε σαρκικά τή Θεοτόκο.
• «Καί ἀποκριθείς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ»(Λκ 1, 35). Αὐτό εἶναι ἀπάντησι στήν ἀπορία τῆς παρθένου πῶς θά συλλάβη υἱό χωρίς τή σύμπραξι ἀνδρός. Ὁ ἀρχάγγελος τῆς λέει ὅτι τή θέσι τοῦ ἀνδρός θά ἀναπληρώση τό Ἅγ. Πνεῦμα.
• Ἡ Θεοτόκος, κατά τούς αἱρετικούς, εἶναι κατώτερη ἀπό ἐκεῖνον πού βιώνει τό ρητό: «Λέγω δέ τοῖς ἀγάμοις καί ταῖς χήραις, καλόν αὐτοῖς ἐστιν ἐάν μείνωσιν ὡς κἀγώ»(Α´ Κορ 7, 8), δηλ. ἄγαμοι!
• «Ἡ μήτηρ Αὐτοῦ καί οἱ ἀδελφοί Αὐτοῦ»(Μρ 3, 3), ἐνῶ ἔπρεπε νά ἀναφέρη μιά φορά τό «Αὐτοῦ». Ἔτσι διαφοροποιεῖ τή μητέρα Του ἀπό τούς ἀδελφούς Του.
• Ἡ «Κ. Διαθήκη ὁμιλεῖ γιά “ἀδελφούς” τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλά ὄχι γιά τέκνα τῆς Μαρίας».
• «Οὐχί ἡ μήτηρ Αὐτοῦ (καί ὄχι, αὐτῶν) λέγεται Μαριάμ καί οἱ ἀδελφοί αὐτοῦ Ἰάκωβος καί Ἰωσῆς καί Σίμων καί Ἰούδας;»(Μθ 13, 55).
• «Ἐάν τελείως ἀμερόληπτα καί σοβαρά ἐξετάσουμε τή φράσι τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Μάρκου, “οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱός τῆς Μαρίας, ἀδελφός δέ Ἰακώβου καί Ἰωσῆ καί Ἰούδα καί Σίμωνος;”(Μρ 6, 3), εἴμασθε ἀναγκασμένοι νά ὁμολογήσουμε ὅτι ὁ Εὐαγγελιστής λέγοντας “ὁ υἱός τῆς Μαρίας” ἐννοεῖ ὅτι πρίν ἀπό αὐτήν ὑπῆρξε ἄλλη σύζυγος τοῦ Ἰωσήφ, πρός τήν ὁποία γίνεται διάκρισι τῆς Μαρίας. Μέ τό δεύτερο δέ μέρος τῆς φράσεως, “ἀδελφός δέ Ἰακώβου καί Ἰωσῆ καί Ἰούδα καί Σίμωνος” γίνεται ἀντιδιαστολή, δηλαδή διάκρισι τοῦ Ἰησοῦ “τοῦ υἱοῦ τῆς Μαρίας” πρός τούς ἄλλους πού κατονομάζονται ἀνωτέρω, οἱ ὁποῖοι ἦσαν υἱοί τοῦ Ἰωσήφ ἀπό ἄλλη, προγενέστερη σύζυγο».
• Ὁ Ἰούδας ὁ ἀδελφόθεος γράφει: «Ἰούδας Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος», ὄχι ἀδελφός· καί συνεχίζει: «ἀδελφός δέ Ἰακώβου»(Ἰούδ 1). Ὑπάρχει, λοιπόν, διαφοροποίησι· ἄλλη ἡ σχέσι μέ τόν Ἰησοῦ καί ἄλλη μέ τόν Ἰάκωβο τόν ἀδελφόθεο. Ἐπίσης, ὁ τελευταῖος αὐτοαποκαλεῖται: «Ἰάκωβος, Θεοῦ καί Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος»(Ἰακ 1, 1).
• «Ὅτε δέ ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ, γενόμενον [μόνον] ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον»(Γαλ 4, 4).

***
Θά παραθέσουμε, στή συνέχεια, ἀπόψεις καί ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν.
Διαβάζουμε στό περ. Σταυρός: «Πρμ 4, 3 (ἑβρ.)· “Διότι ἐστάθην υἱός τοῦ πατρός μου, ἀγαπητός καί μονογενής ἐνώπιον τῆς μητρός μου”.
Στό χωρίο ὁμιλεῖ ἡ ἐνυπόστατη Σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ὁ Χριστός δηλαδή, ὅπως ὁμιλεῖ καί σέ ἄλλα μέρη τῶν Παροιμιῶν (βλ. κεφ 8). Δέν ὁμιλεῖ ὁ Σολομών, γιά δύο λόγους·
α´) Ὁ Σολομών δέν ἦταν μονογενής ὡς πρός τήν μητέρα του (βλ. Α´ Πρμ 3, 5).
β´) Στό στίχο 2 τοῦ 4 κεφ. τό πρόσωπο πού ὁμιλεῖ ἐντέλλεται, νά μή ἐγκαταλείψουμε τό νόμο Του.
Διακηρύσσει λοιπόν ὁ Χριστός, ὅτι εἶναι μονογενής ἐνώπιον τῆς μητέρας Του. Ἡ μητέρα Του δηλαδή, ἡ Μαρία, δέν γέννησε ἄλλα τέκνα.
Πρόκειται γιά ἕνα χωρίο πού ἀποδεικνύει πλανεμένη καί βλάσφημη τή διδασκαλία τῶν διαμαρτυρομένων καί τῶν “μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβᾶ”, ὅτι ἡ Μαρία ἀπέκτησε καί ἄλλα παιδιά, ἐρχόμενη σέ σαρκική συνάφεια μέ τόν Ἰωσήφ».
• Ἐπισημαίνει καί ὁ Ν. Σωτηρόπουλος: «Ἄξιο παρατηρήσεως καί τοῦτο: Ὁ Χριστός δέν λέει, ὅτι ἦταν “μονογενής” στούς γονεῖς Του, καί στό θετό πατέρα Του δηλαδή, ἀλλά μόνο στή μητέρα Του, διότι ὁ Ἰωσήφ εἶχε πολλά παιδιά.
Ἄξιο παρατηρήσεως, ἐπίσης, ὅτι στούς Ο´ δέν ὑπάρχει τό “ἀγαπητός καί μονογενής”, ἀλλά μόνο “ἀγαπώμενος”, ἀγαπητός.
Ἀλλά ἐπειδή ὁ μονογενής εἶναι κατ’ ἐξοχήν ἀντικείμενο ἀγάπης, γι’ αὐτό τό “ἀγαπώμενος”, ἀγαπητός, ἀποβαίνει συνώνυμο τοῦ “μονογενής”. Τό “ἀγαπώμενος” τῶν Ο´ ἀντιστοιχεῖ σέ ἑβραϊκή λέξι, ἡ ὁποία ἀλλοῦ, π.χ. Γεν 22, 2· Ζαχ 12, 10· Ἱερ 6, 26, σημαίνει πράγματι “μονογενής” καί ἀπ’ τούς Ο´ μεταφράζεται “ἀγαπητός”. Κατά τούς Ο´, λοιπόν, τό “ἀγαπώμενος”, ἀγαπητός, περιέχει τήν ἔννοια τοῦ “μονογενής”».
• Διαβάζουμε ἀκόμα στό Σταυρό: «“Ἐπειδή τήν παρθενία τήν φθείρει ὄχι ἡ γέννησι ἀλλά ἡ ἕνωσι μέ ἄνδρα, (γι᾽ αὐτό) καί ῾παρθένος᾽ λέγεται ὄχι αὐτή πού δέν γέννησε, ἀλλ᾽ αὐτή πού δέν γνώρισε ἄνδρα. Ἐκείνη πού —μολονότι γέννησε— δέν ἔσμιξε μέ ἄνδρα, παρθένος εἶναι”».
• Ὁ Δ. Κόκορης γράφει: «Ἡ μητρότητα εἶναι θεῖο δῶρο, δέν μειοῦται ἡ Μαρία, λένε, ἐάν συνῆλθε μέ τόν Ἰωσήφ, καί γέννησε καί ἄλλα παιδιά. Διαβολικό τό ἐπιχείρημα. Θεῖο δῶρο, βέβαια, εἶναι ἡ μητρότητα. Κανένας δέν τό ἀμφισβητεῖ. Τό ζήτημα εἶναι ἡ ἀλήθεια πῶς ἔχει. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι μία ἡμέρα εἶναι ἡλιόλουστη. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι αὐτή τήν ἡμέρα βρέχει, ἐπειδή ἡ βροχή εἶναι δῶρο Θεοῦ; Ἀσφαλῶς ὄχι. Θά ἦταν ἀνόητο. Ἐξίσου ἀνόητο καί βλάσφημο εἶναι νά θεωροῦμε τή Θεοτόκο μητέρα καί ἄλλων τέκνων, ἔχουσα σαρκική μίξι μέ τόν Ἰωσήφ, ἀφοῦ αὐτό δέν συμβαίνει».
• Ὁ Ἠλίας Μηνιάτης ἐπισημαίνει: «Θαυμαστή στάθηκε ἡ πλᾶσι τῆς προμήτορος, μά θαυμαστοτέρα καί, μάλιστα, χαριεστέρα εἶναι ἡ παροῦσα ἀνάπλασι τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου· ἐκεῖ ὁ Ἀδάμ, ἀφοῦ ἀπό τήν πλευρά του οἰκοδομήθηκε ἡ Εὔα, ἔμεινε σῶος, ὅπως προηγουμένως· ἐδῶ ἡ Παρθένος, ἀπό τότε πού ἀπ᾽ αὐτήν σαρκώθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πρό τόκου, ἐν τόκῳ καί μετά τόκον, Παρθένος ἔμεινε».
• Ὁ π. Ἐπιφάνιος ἔλεγε: «Κάποιος παληός λαϊκός ἱεροκήρυκας, ὁ μακαρίτης ὁ Βασιλόπουλος ἔλεγε σέ κάποια παρέα, γιά τό ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου. Κάποιος ἄλλος, ἐπηρεασμένος ἀπό τούς Προτεστάντες, τοῦ ἀντιστεκόταν μέ τά γνωστά ἀνόητα ἐπιχειρήματα. Καί τοῦ λέει ὁ μακαρίτης ὁ Βασιλόπουλος: ἄν σοῦ δώσω μιά θήκη γεμάτη διαμάντια καί ρουμπίνια καί μπριγιάντια, ἀδαμαντοκόλλητη καί μέσα σ᾽ αὐτή τή θήκη βάλω ἕνα ἀντικείμενο ἀμύθητης ἀξίας, ἕνα ρολόι π.χ. πού νά ἔχη 300, 1000 φορές παραπάνω, 1.000.000 φορές παραπάνω ἀξία, ἀπ᾽ αὐτήν τήν ἀδαμαντοκόλλητη θήκη, καί μετά αὐτό τό ρολόι φύγη, τό χάσης ἤ τό δώσης κάπου ἀλλοῦ, ἀλλά κρατήσης τή θήκη, σέ ρωτάω, τοῦ λέει: αὐτή τή θήκη τί θά τήν κάνης; Θά βάλης ποτέ μέσα μιά σαρδέλλα; Αἴ, ὄχι καί σαρδέλλα!, τοῦ λέει. Αἴ, αὐτό μοῦ λές τώρα ἐσύ τοῦ ἀπαντάει. Σ᾽ αὐτή τή θήκη, στήν κοιλιά τῆς Παναγίας μας ὅπου μπῆκε ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, μπῆκες μετά κι ἐσύ κι ἐγώ, οἱ σαρδέλλες. Τά ἄλλα τά παιδιά ἦταν σαρδέλλες. Καί μοῦ λές τώρα ὅτι ἡ Παναγία σ᾽ αὐτή τή θήκη ἔβαλε σαρδέλλες. ᾽Εμεῖς ὅλοι, τοῦ λέει, μπροστά στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ εἴμαστε σαρδέλλες. Καί κάτι ἀκόμη. ᾽Εμεῖς χιλιάδες ἄνθρωποι, μοναχοί, κληρικοί, ἄνδρες, γυναῖκες, διαλέξαμε χωρίς κανείς νά μᾶς ἀναγκάση τήν ἀγαμία. Ἡ Παναγία μετά ἀπό ὅσα ἀξιώθηκε θά ζητοῦσε γάμο; Πολύ τήν ὑποβιβάζουν τήν Παναγία, ἄν λένε ὅτι ἡ Παναγία ἦταν κατώτερη ἀπό τήν τελευταία καλογριούλα».
• Ἀκόμα: «Πῶς μπόρεσε νά ὑπάρξη ἡ ἰδέα ὅτι ἡ Παναγία δέν εἶχε ἄλλο παιδί ἤδη ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες καί ὅτι ἦταν ἀειπάρθενος ἄν εἶχε ὁλόκληρο λόχο παιδιῶν; Οὔτε ἕνα οὔτε δύο ἦταν νά κρυφθοῦν. Ἑπτά παιδιά τουλάχιστον καί μπόρεσε νά κυκλοφορήση ἡ ἰδέα τοῦ ἀειπαρθένου τῆς Θεοτόκου; Καί δεύτερον· Μόνο τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός εἶπε στόν ᾽Ιωάννη πάρε τή μάνα μου, γιατί δέν ἔχω ποῦ νά τήν ἀφήσω —αὐτό περίπου ἔλεγε—, εἶναι ἀρκετό νά ἀποδείξη ἄν ἡ Παναγία εἶχε ἄλλα παιδιά ἤ ὄχι. Καί λέει ὅτι “καί ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητής αὐτήν εἰς τά ἴδια”(Ἰω 19, 27). Ἐγώ τρία ἄλλα ἀδέλφια ἔχω —ἕξι εἶχε κάνει ἡ μακαρίτισσα ἡ μάνα μου, τέσσερα εἴμασθε στή ζωή— καί ὅταν ἦταν ἄρρωστη ἡ μάνα μου, πρίν τήν πάρη ὁ Θεός, νά ᾽λεγα σέ κάποιους δικούς μου: ξέρεις, νά τήν περιποιηθῆς, γιατί δέν ἔχω ἐμπιστοσύνη στ᾽ ἀδέλφια μου; Μά θά μέ ἀποκήρυσσαν τ᾽ ἀδέλφια μου καί μέ τό δίκιο τους. Ξημερωνοβραδιάζονταν πάνω στή μακαρίτισσα. Ὅλες τίς νύκτες βάρδιες φυλάγανε. Καί θά ᾽λεγα σέ κάποιον δικό μου, ἔλα νά περιποιηθῆς τή μάνα μου; Καί μέ τά ἤθη καί τά ἔθιμα τῆς τότε ἐποχῆς· σήμερα στέλνουν καί τούς γονεῖς στό γηροκομεῖο τά παιδιά καί λένε, ἄσε με, δέν μπορῶ. Τήν ἐποχή ἐκείνη μέ ἑπτά παιδιά θά τολμοῦσε νά πάρη ἄλλος τή μάνα τοῦ Κυρίου καί μάνα τῶν παιδιῶν αὐτῶν; Δέν θά μποροῦσαν νά σταθοῦνε στήν περιοχή ἐκεῖ πέρα. “Βρέ δέν ντραπήκατε ν᾽ ἀφήσετε τή μάνα σας νά τήν πάρη ὁ μαθητής τοῦ ἀδελφοῦ σας τοῦ ὀνειροπαρμένου;”. ῎Ετσι θά τούς ἔλεγε ὁ κόσμος».
• «Ὡς δέ κατέβαινε Μωυσῆς ἐκ τοῦ ὄρους, καί αἱ δύο πλάκες ἐπί τῶν χειρῶν Μωυσῆ· καταβαίνοντος δέ αὐτοῦ ἐκ τοῦ ὄρους, Μωυσῆς οὐκ ᾔδει (: δέν γνώριζε) ὅτι δεδόξασται (: εἶχε λάμψει) ἡ ὄψις τοῦ χρώματος (: τοῦ δέρματος) τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἐν τῷ λαλεῖν Αὐτόν (: καθώς τοῦ μιλοῦσε [ὁ Θεός]) αὐτῷ. Καί εἶδεν Ἀαρών καί πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ τόν Μωυσῆν καί ἦν δεδοξασμένη ἡ ὄψις τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ, καί ἐφοβήθησαν ἐγγίσαι αὐτῷ»(Ἐξ 34, 29-30). Ἔλαμψε ὁ Μωυσῆς μέ τή συνομιλία του πρός τό Θεό καί ἡ Θεοτόκος θά ζητοῦσε γάμο!
• Γράφει καί ὁ Ἅγ. Νεκτάριος: «Ὅσα ἀφιερώθηκαν ἅπαξ στό Θεό καί ἁγιάσθηκαν ἀπ᾽ Αὐτόν δέν γίνονται κοινά, ἀλλά γιά πάντα διαμένουν ἱερά καί ἅγια τοῦ Θεοῦ καί μόνο σ’ Αὐτόν ἀνήκουν. Δέν ἦταν δυνατόν ἄρα ἡ Θεοτόκος νά γεννήση ἄλλα τέκνα. Ἄν παρθένες ἀφιερωμένες στό Θεό καί τετρωμένες ἀπ’ τήν ἀγάπη τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ καταφρονοῦν βασιλικούς γάμους, τί νά ποῦμε περί τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου;».
• «Ἀναφέρουμε μία ὡραία παρατήρησι τῆς Ἁγίου Αὐγουστίνου γιά τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου: “Ὅπως στόν τάφο, ὅπου τέθηκε τό σῶμα τοῦ Κυρίου, οὔτε πρωτήτερα οὔτε ἔπειτα τέθηκε κάποιος νεκρός, ἔτσι καί στήν κοιλία τῆς Μαρίας οὔτε πρωτήτερα οὔτε ἔπειτα συνελήφθη κάτι θνητό”».
• Στή Βίβλο κατηγορεῖται ὁ μή σεβόμενος τούς γονεῖς του: «Ὁ κακολογῶν πατέρα αὐτοῦ ἤ μητέρα αὐτοῦ τελευτήσει θανάτῳ»(Ἐξ 21, 16)· «ἐπικατάρατος ὁ ἀτιμάζων πατέρα αὐτοῦ ἤ μητέρα αὐτοῦ»(Δευτ 27, 16). Πολύ περισσότερο κατηγορεῖται κάποιος γιά ἐγκατάλειψι καί ὄχι γηροκόμησι τῶν γονέων του.
• Ὁ Κων/νος Σιαμάκης μᾶς δανείζει τά φῶτα του: «Οἱ δέ ἄλλοι δύο περίπου ταυτόχρονοι Ἰουδαῖοι Ἀκύλας καί Σύμμαχος ἔχουννεάνις. Δέν εἶμαι βέβαιος γιά τήν πρόθεσι τοῦ Συμμάχου, ἀλλά ὁ μαθητής τοῦ φαρμακεροῦ κατά τῶν Χριστιανῶν ραββίνου Ἀκιβά Ἀκύλας ἔχει πρῶτος αὐτός νεάνις ἀπό ἀμφισβήτησι τῆς κατά τόν Ἡσαΐα παρθενίας τῆς μητέρας τοῦ Κυρίου τήν ὥρα κατά τήν ὁποία Τόν γέννησε. Τό ἴδιο ἰσχυρίζονται μέχρι σήμερα καί ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι μέ πολλή κεκεντρέχεια, ὅπως διαπίστωσα. Ματαιοπονοῦν, ὅμως, ὅπως κι ὁ Ἀκύλας, πού νόμισε καί νομίζουν ὅτι νεᾶνις θά πῆ ἁπλῶς “νεαρή”. Στήν ἀρχαία ἑλληνική τόνεάνις σημαίνει “παρθένος” ἐξίσου μέ αὐτό τό ἴδιο τό παρθένος (Ὅμηρος, Σ 418· Ἀνακρέων, ἀπόσπ. 15 Bergk ἤ Crusius· Αἰσχύλος, Εὐμ. 957· Σοφοκλῆς, Ἀντ. 784). Ἄλλωστε, ἡ ἴδια ἑβραϊκή λέξι ολθε, πού ὑπάρχει στή θέσι τοῦ παρθένος, στό μασοριτικό ἰουδαϊκό κείμενο τοῦ Ἡσαΐου (7, 14), καί στή Γένεσι (24, 43), προκειμένου γιά τή Ρεβέκκα πού ἀνευρέθηκε ὡς κατάλληλη γιά γυναῖκα τοῦ Ἰσαάκ, μεταφράζεται στούς Ο´ πάλι παρθένος, ἐνῶ ὁ Ἀκύλας, γιά νά ἀποφύγη ἐκεῖ καί τό νεάνις καί τό παρθένος, μεταφράζει ἀπόκρυφος, δηλαδή, “αὐτή τήν ὁποία δέν εἶδε κανείς στό σχετικό μέλος τοῦ σώματος”! Ἀλλά καί ὅταν ἡ ἴδια λέξι ολθε σέ ἄλλα σημεῖα τῶν Ο´ μεταφράζεται νεάνις —στούς Ο´ τό ολθε μεταφράζεται ἀδιακρίτως ἄλλοτε παρθένος κι ἄλλοτε νεάνις— πάλι ἐννοεῖται ὡς “παρθένος”, ἀφοῦ τόσο στήν Ἔξοδο (2, 8) πρόκειται γιά τήν ἄγαμη ἀκόμη ἀδελφή τοῦ Μωυσέως Μαριάμ, πού τόν ἀφήνει στά νερά τοῦ Νείλου νεογνό, ὅσο καί στό Ἄσμα (1, 3) πρόκειται γιά τίς κοπέλλες οἱ ὁποῖες ἐρωτεύονται τό Σολομῶντα καί “τρέχουν ἀπό πίσω του”, καί ἀπ᾽ τίς ὁποῖες ὁ βασιλιᾶς αὐτός ἐπιλέγει τίς γυναῖκες του. Ἀλλά καί αἱ “τυμπανίστριαι νεάνιδες”(Ψ 67, 26) ἐννοοῦνται ὡς “παρθένοι”. Ὅλη, δηλαδή, ἡ σχετική προσπάθεια τοῦ Ἀκύλα καί τῶν ἄλλων Ἰουδαίων μέχρι σήμερα εἶναι μόνο μία τρύπα στό νερό καί τό μόνο τό ὁποῖο δείχνει εἶναι ἡ δηλητηριώδης ἰουδαϊκή κακεντρέχεια.Ολθε καί νεᾶνις καί παρθένος εἶναι ταυτόσημα».

***
Ἀκολούθως, ἀναγράφουμε τίς ὡραῖες ἀπόψεις μερικῶν ἀνθρώπων ἐκτός Ἐκκλησίας, πού, ὅμως, ἐδῶ ὀρθοτομοῦν τό λόγο τῆς ἀληθείας. Μακάρι νά κάνουν καί τό ἑπόμενο βῆμα καί νά ἐνταχθοῦν στούς κόλπους της.
«Τό νόημα μιᾶς λέξεως καθορίζεται ἀπ’ τά συμφραζόμενα. Γιά παράδειγμα, ἡ λέξι ἔπληξε σημαίνει πρόκλησι καταστροφῆς, στή φράσι “ὁ πόλεμος ἔπληξε βαρύτατα τόν τουρισμό” ἐνῶ στή φράσι “Στή χθεσινή δεξίωσι ὁ Γιάννης ἔπληξε ἀφόρητα” ἡ ἴδια λέξι σημαίνει ἀνία, βαρεμάρα. Κατά παρόμοιο τρόπο πρέπει νά συμβουλευθοῦμε τά συμφραζόμενα γιά νά μάθουμε τί σημαίνει ἡ λέξι almah στή συγκεκριμένη περικοπή.
Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ λέξι almah (: παρθένος κατά τό Ἡσ 7, 14 (Ο´)) χρησιμοποιεῖται ἑπτά φορές σέ σημεῖα ὅπου γίνεται ἀναφορά σέ νεαρή γυναῖκα (Γεν 24, 43· Ἐξ 2, 8· Ψ 67, 26· Πρμ 30, 19· ἎσμἈσμ 1, 3· 6, 8· Ἡσ 7, 14). Ὁ Edward Hindson λέει: “Μολονότι εἶναι γεγονός πώς ἡ λέξι almah δέν εἶναι ἡ συνηθισμένη λέξι γιά τή λέξι παρθένος, ἡ χρῆσι της πάντα ὑποδηλώνει παρθένο”. Ἐπίσης, “ἡ χρῆσι τῆς λέξεως στήν Ἁγία Γραφή ποτέ δέν γίνεται γιά ἀναφορά σέ παντρεμένη γυναῖκα ἀλλά πάντα σέ ἀνύπαντρη”. Αὐτό φαίνεται ἀπ’ τίς περικοπές στίς ὁποῖες συναντοῦμε τή λέξι.
Στό Γεν 24, 43, ἀφοῦ ὁ Ἐλιέζερ φθάνει στήν πόλι Ναχώρ, προσεύχεται στό Θεό ζητώντας Του νά τόν βοηθήση νά βρῆ τή σωστή γυναῖκα γιά τό γυιό τοῦ Ἀβραάμ. Τό ἐδάφιο 16 πριγράφει τή Ρεβέκκα ὡς “κόρη” πού ἦταν “ὡραία τήν ὄψιν σφόδρα, παρθένος (betulah) καί ἀνήρ δέν εἶχε γνωρίσει αὐτήν”. Ἀργότερα, ὁ Ἐλιέζερ ἀναφέρεται σ’ αὐτήν μέ τή λέξι “κόρη” (almah) (χωρ. 43).
Ἔξοδος 2, 8
Ἀναφορικά μέ τήν περικοπή αὐτή, ὁ Richard Niessen γράφει:
“Τό Ἐξ 2 μιλᾶ γιά τό περιστατικό μέ τό Μωυσῆ πού τόν ἔσωσε ἀπ’ τό ποτάμι ἡ κόρη τοῦ Φαραώ, ὅταν ὁ Μωυσῆς ἦταν μωρό. Ἡ ἀδελφή τοῦ Μωυσῆ, ἡ Μαριάμ, πού ἦταν ἐκεῖ κοντά καί παρακολουθοῦσε, ἔτρεξε στήν κόρη τοῦ Φαραώ καί τῆς πρότεινε νά τῆς βρῆ ἡ ἴδια μιά Ἑβραία γυναῖκα (τή μητέρα της) νά θηλάση τό βρέφος. ῾εἶπεν ἡ θυγάτηρ Φαραώ· πορεύου. Ἐλθοῦσα δέ ἡ νεᾶνις (almah) ἐκάλεσε τή μητέρα τοῦ παιδίου᾽(Ἐξ 2, 8).
Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ Μαριάμ στό 2, 4 ὑπονοεῖ ὅτι δέν εἶναι πολύ μεγαλύτερη ἀπ’ τό Μωυσῆ, κι αὐτό ἐπιβεβαιώνεται ἀπ’ τό γεγονός ὅτι ζοῦσε ἀκόμη μαζί μέ τή μητέρα της.
Ἀπ’ τήν περικοπή φαίνεται ὅτι ὁποιοδήποτε στοιχεῖο βιολογικῆς παρθενίας στόν ὅρο almah ἐντάσσεται στήν ὑποδήλωσι τῆς ἡλικίας πού γίνεται μέ τή χρῆσι τῆς λέξεως αὐτῆς. Ἡ Μύριαμ ἦταν ἔφηβη ἐπίσης καί παρθένος”.
Ὁ Albert Myers συμφωνεῖ λέγοντας ὅτι ἡ ἀδελφή τοῦ Μωυσῆ, ἡ Μαριάμ, “ἦταν ἀναμφίβολα παρθένος (Ἐξ 2, 8)”.
Ψαλμός 67, 26
Σ’ αὐτή τήν περικοπή “οἱ νεάνιδες (almah) τυμπανίστριαι” εἶναι μέρος τῆς ἀκολουθίας πού συνοδεύει τό βασιλιᾶ “ἐν τῷ ἁγιαστηρίῳ”. Στά σχόλιά του γιά τήν περικοπή αὐτή ὁ Niessen λέει ὅτι οἱ νεάνιδες “σίγουρα δέν εἶναι πόρνες ἤ ἀκάθαρτες γυναῖκες, ἀλλά ἁγνές δοῦλες τοῦ Θεοῦ. Ἄρα, θά ἦταν παρθένες. Ἐπιπλέον, σύμφωνα μέ τό σημιτικό ἔθιμο, οἱ ἀνύπαντρες γυναῖκες γενικά συμμετεῖχαν σέ γαμήλιες πομπές καί ἄλλες ἑορταστικές ἐκδηλώσεις. Μποροῦμε, λοιπόν, νά συμπεράνουμε ὄτι οἱ νεαρές γυναῖκες πού συμμετέχουν ἐδῶ, σύμφωνα μέ τό ἔθιμο, εἶναι παρθένες”.
Παροιμίες 30, 19 [εἶναι στό κεφ. 24 τῶν Ο´]
Ὁ συγγραφέας αὐτῆς τῆς περικοπῆς ἀναφέρει τέσσερα πράγματα πού εἶναι “θαυμαστά” γι’ αὐτόν: “Τό πέταγμα τοῦ ἀετοῦ στόν οὐρανό, τό πέρασμα φιδιοῦ πάνω στό βράχο, τοῦ πλοίου ἡ πορεία μές στή θάλασσα, καί ἡ ἀγάπη τοῦ ἄντρα πρός τή νέα γυναῖκα (almah)”…
Ἆσμα Ἆσμάτων 1, 3
Σ’ αὐτό τό ποιητικό κομμάτι τοῦ ἐρωτικοῦ ποιήματος τό ὁποῖο ἔγραψε ὁ Σολομών ἡ νύφη λέει στό γαμπρό: “Καί ὀσμή μύρων σου ὑπέρ πάντα τά ἀρώματα· μῦρον ἐκκενωθέν ὄνομά σου· διά τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε”. Τό ὄνομα τό ὁποῖο εἶχε κανείς, ἐξηγεῖ ὁ Jack Deere “ἀντιπροσώπευε τό χαρακτῆρα του ἤ τή φήμη του (πρβλ. Β´ Βασ 7, 9). Ἔτσι ἡ σύγκρισι τοῦ ὀνόματος τοῦ Σολομῶντος μέ μῦρο σήμαινε ὅτι ὁ χαρακτήρας του ἦταν εὐάρεστος καί ἑλκυστικός στήν ἀγαπημένη του. Γι’ αὐτό τό λόγο λέει ὅτι ἦταν ἑλκυστικός σέ πολλές γυναῖκες”(Song of Songs, The Bible Knowledge Commentary: Old Testament, John Walvoord & Roy Zuck (ἐπιμ.), ἐκδ. Victor Books, Wheaton Ill. 1985, 1011, 1012). Οἱ ἄλλες γυναῖκες πού ἑλκύονταν σ’ αὐτόν ἐξαιτίας τοῦ χαρακτῆρος του “δέν ἦταν παντρεμένες ἀλλά παρθένες πού ἤθελαν νά ἔχουν ἄντρα ἀλλά δέν εἶχαν μπορέσει νά βροῦν. Ἡ λέξι almah ἐδῶ ὑπονοεῖ τήν παρθενία”.
Ἆσμα Ἀσμάτων 6, 8
Αὐτή ἡ περικοπή ἀναφέρει τρεῖς κατηγορίες γυναικῶν πού ἀποτελοῦσαν τήν αὐλή τοῦ βασιλιᾶ: βασίλισσες, παλλακίδες καί νεάνιδες (almah). Ὁ Niessen λέει ὅτι: “Οἱ βασίλισσες εἶναι προφανές ὅτι ἦταν παντρεμένες, καί οἱ παλλακίδες ἦταν αὐτές πού συζοῦσαν μέ τούς ἄνδρες χωρίς νά εἶναι παντρεμένες μαζί τους —οἱ σημερινές σύντροφοι. Οἱ νεάνιδες παρουσιάζονται προφανῶς σέ ἀντιπαράθεσι μέ τίς δύο αὐτές ὁμάδες συζύγων καί ἄρα θά ἦταν ἀνύπαντρες. Ἦταν στήν ὑπηρεσία τῶν βασιλισσῶν καί κάποτε θά τίς διάλεγε ὁ βασιλιᾶς γιά γυναῖκες του. Ἔτσι εἶναι φυσικό ὅτι εἶναι παρθένες. Αὐτό βεβαιώνεται καί ἀπ’ αὐτά τά ὁποῖα διαβάζουμε στό Ἐσθήρ 2. Ὁ βασιλιᾶς Ξέρξης εἶχε συγκεντρώσει μεγάλο ἀριθμό παρθένων γιά νά διαλέξη καινούργια βασίλισσα (2, 1-4). Ἡ ἁγνότητα ἦταν τόσο σημαντική, πού οἱ γυναῖκες ἔπρεπε νά περάσουν ἀπό μιά διαδικασία τελετουργικοῦ ἐξαγνισμοῦ γιά ἕνα ὁλόκληρο χρόνο (2, 12, 13) προτοῦ πᾶνε στό θάλαμο τοῦ βασιλιᾶ. Ἡ βιολογική τους παρθενία δέν συζητεῖτο. Ἐθεωρεῖτο δεδομένη”.
Ἡσαΐας 7, 14
Μετά ἀπό μελέτη ὅλων τῶν ἐδαφίων ὅπου γίνεται χρῆσι τῆς λέξεως almah στήν ἑβραϊκή Γραφή, ὁ R. Dick Wilson καταλήγει σέ δύο συμπεράσματα: “πρῶτον, ὅτι ἡ λέξι almah, ἀπ’ ὅσο ξέρουμε ποτέ δέν εἶχε τήν ἔννοια τῆς ‘νεαρῆς ἔγγαμης γυναίκας’, καί δεύτερον, ἐπειδή οἱ ἐνδείξεις καί στό ἐθιμικό δίκαιο καί στή χρῆσι ἦταν καί εἶναι ὅτι κάθε ‘almah’ εἶναι παρθένα κι ἐνάρετη μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι ἡ Ρεβέκκα καί ἡ ‘almah’ τοῦ Ἡσ 7, 14 καθώς καί ὅλες οἱ ἄλλες ‘almah’ ἦταν παρθένες μέχρι κι ἐφόσον ἀποδειχθῆ ὅτι δέν ἦταν”.
Ὁ διαπρεπής λόγιος J. Gresham Machem στό βιβλίο του The Virgin Birth of Christ καταλήγει στό ἴδιο συμπέρασμα: “Σέ καμμιά ἀπ’ τίς ἑπτά περιπτώσεις ὅπου γίνεται χρῆσι τῆς λέξεως almah στήν Παλαιά Διαθήκη δέν ὑπονοεῖται γυναῖκα πού δέν εἶναι παρθένος. Βέβαια, ἡ λέξι almah δέν ἀποδίδει τήν ἔννοια τῆς παρθενίας ὅπως συμβαίνει μέ τή λέξι bethulah. Ἡ ἔννοια τήν ὁποία ἀποδίδει εἶναι κυρίως τῆς ‘νεαρῆς γυναίκας σέ ἡλικία γάμου’. Ἀλλά ἀπ’ τήν ἄλλη πλευρά κάλλιστα θά μποροῦσε κανείς νά ἀμφιβάλλη, βάσει τῆς χρήσεως, κατά πόσον ἦταν ἡ φυσική λέξι πού ἔπρεπε νά χρησιμοποιηθῆ γιά κάποια πού δέν ἦταν πράγματι παρθένος”.
Ὁ Willis J. Beecher, στό κλασσικό του δοκίμιο, The Prophecy of the Virgin Mother, διατυπώνει τήν ἴδια ἐκτίμησι: “Τά ἑβραϊκά λεξικά μᾶς λένε ὅτι ἡ λέξι almah ἐδῶ (δηλ. στό Ἡσ 7, 14) πού μεταφράζεται ῾παρθένος᾽, μπορεῖ νά ὑποδηλώνη ὁποιαδήποτε ὥριμη νεαρή γυναῖκα, παρθένο καί μή. Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἐτυμολογία, ἔτσι εἶναι σίγουρα. Ἀλλά στή γλῶσσα τῆς Βίβλου, ἡ λέξι ὑποδηλώνει ‘παρθένο’ σέ κάθε περίπτωσι στήν ὁποία μποροῦμε νά ἐξακριβώσουμε τό νόημά της”.
Μ’ ἄλλα λόγια, ἀφοῦ ἡ λέξι “almah” περιλαμβάνει τήν ἔννοια τῆς παρθενίας στά συμφραζόμενα τῶν ἄλλων βιβλικῶν περικοπῶν ὅπου ἐμφανίζεται ὁ ὅρος, θά πρέπη νά δεχθοῦμε ὅτι τό ἴδιο συμβαίνει καί στό Ἡσ 7, 14. Τά συμφραζόμενα αὐτῆς τῆς περικοπῆς μᾶς διαβεβαιώνουν περαιτέρω ὅτι αὐτή ἡ “almah” τῆς προφητείας πρέπει νά εἶναι παρθένος».
• Ἀκόμα: «“Ὁ Ἡσαΐας, γιά ν᾽ ἀποδείξη πώς δέν ἦταν ψευδοπροφήτης καί ὅτι ὁ Θεός εἶχε πράγματι τή δύναμι νά ἐλευθερώση τόν Ἰούδα, εἶπε στόν Ἄχαζ νά ζητήση σημάδι —ὁτιδήποτε ἤθελε “ζήτησε ἕνα σημεῖο… εἴτε ἀπό κάτω ἀπ᾽ τόν κόσμο τῶν νεκρῶν εἴτε ἀπό πάνω, ἀπ᾽ τόν οὐρανό!”(7, 10-11) —ὅμως ὁ Ἄχαζ ἀρνήθηκε (7, 12).
Ὁ Ἄχαζ ἤξερε ὅτι ὁ Ἡσαΐας τόν εἶχε φέρει σέ δίλημμα. Ἄν ζητοῦσε σημεῖο, δέν θά τοῦ ἐπέτρεπε ἡ τιμή του, ἀλλά καί ἡ κοινή γνώμη νά ζητήση τή συνδρομή τῶν Ἀσσυρίων, πρᾶγμα τό ὁποῖο εἶχε ἀποφασίσει νά κάνη ἔτσι κι ἀλλιῶς… Ὁ Ἄχαζ ἀρνήθηκε νά ζητήση σημάδι ἀπό πολιτική σκοπιμότητα καί ἀπό ἀπιστία… Ὁ Ἡσαΐας, ἀφοῦ ἐπέπληξε τόν Ἄχαζ, συνέχισε τό μήνυμά του. ῾Γι᾽ αὐτό ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θά σᾶς δώση ἕνα σημεῖο: ἡ παρθένος {almah} θά συλλάβη καί θά γεννήση γυιό, ὁ ὁποῖος θά ὀνομασθῆ Ἐμμανουήλ᾽(7, 14)”.
Σ᾽ αὐτό τό πλαίσιο τό σημεῖο σήμαινε κάτι τό ἐντελῶς ἀσυνήθιστο, κάτι τό ὁποῖο μόνο ὁ Θεός θά μποροῦσε νά κάνη, ἕνα θαῦμα. Ὅπως σημειώνει ὁ John Martin, τό σημεῖο ἐδῶ θά ἦταν “τό θαῦμα πού θά βεβαίωνε τό λόγο τοῦ Θεοῦ”(Isaiah, In the Bible Knowledge Commentary: Old Testament, ἐκδ. Victor Books, Wheaton Ill. 1985, 1047). Ὁ A. Barnes συμφωνεῖ, λέγοντας ὅτι τό σημεῖο στό ἐδάφιο αὐτό εἶναι “ἕνα θαῦμα πού ἐπιβεβαιώνει τή θεία ὑπόσχεσι ἤ τό θεῖο μήνυμα”.
Ἐπειδή ὁ Ἄχαζ ἀρνήθηκε νά ζητήση ἕνα σημεῖο ἀπ᾽ τό Θεό, ὁ Θεός ὁ ἴδιος λέει τί θά εἶναι αὐτό τό σημεῖο. Μποροῦμε, λοιπόν, νά συμπεράνουμε πώς, ὅταν ὁ Θεός ἀποφασίζη ποιό θά εἶναι τό σημεῖο, αὐτό θά εἶναι θαυματουργικό. Ὁ J. A. Alexander πολύ σωστά λέει ὅτι “φαίνεται ἐντελῶς ἀπίθανο μετά ἀπό μία τέτοια προσφορά {τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ἄχαζ}, τό σημάδι τό ὁποῖο, τελικά, δίνει ὁ Θεός νά εἶναι ἕνα συνηθισμένο συμβάν, ἤ τό πολύ-πολύ ἡ χρῆσι ἑνός συμβολικοῦ ὀνόματος. Ἡ ὑπόθεσι αὐτή ἐνισχύεται ἀπ᾽ τή σοβαρότητα μέ τήν ὁποία ὁ προφήτης μιλᾶ γιά τή γέννησι πού θά λάβη χώρα, ὄχι ὡς ἕνα συνηθισμένο καί φυσικό γεγονός, ἀλλά ὡς κάτι πού προκαλεῖ καί τή δική του κατάπληξι, καθώς τό βλέπει στό προφητικό ὅραμα”.
“Ἀξίζει, ἐπίσης, νά σημειώσουμε”, λέει ὁ Edward Hindson, “ὅτι τό σημάδι τό ὁποῖο προτείνει ἀπό μόνος του ὁ Θεός, ἀπευθύνεται σέ πληθυντικό πρόσωπο καί ὄχι ἀποκλειστικά στόν Ἄχαζ, πού ἦταν αὐτός πού ἀπέρριψε τήν πρώτη προσφορά. Στό χωρίο 13, ὁ Ἡσαΐας λέει: ῾Ἀκοῦστε, λοιπόν, ἐσύ καί ἡ οἰκογένειά σου, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Δαβίδ᾽, καί στό χωρίο 14 συναντοῦμε πάλι πληθυντικό ἀριθμό ῾θά σᾶς δώση ἕνα σημεῖο᾽. Ἀφοῦ τό χωρίο λέει ὅτι αὐτό πού κινδυνεύει εἶναι ἡ δυναστεία τοῦ Δαυΐδ, θά ἦταν λογικό νά ἑρμηνεύσουμε ὅτι ὁ πληθυντικός ἀναφέρεται στόν οἶκο τοῦ Δαυΐδ πού εἶναι καί ὁ ἀποδέκτης τοῦ σημείου”.
Tώρα τό νά μείνη μία γυναῖκα ἔγκυος μέ φυσικό τρόπο, κανείς δέν θά τό θεωροῦσε ὑπερφυσικό σημάδι. Ὁ … Ἰωάννης Καλβῖνος παρατηρεῖ πολύ εὔστοχα ὅτι, “τί τό θαυμάσιο θά ὑπῆρχε σ᾽ αὐτό τό ὁποῖο εἶπε ὁ προφήτης, ἄν ἐννοοῦσε μία γυναῖκα πού θά συλλάβη μετά ἀπό σεξουαλική συνεύρεσι μ᾽ ἕναν ἄνδρα; Τό δίχως ἄλλο θά ἦταν παράλογο νά ἰσχυρισθῆ πώς αὐτό θά ἦταν σημάδι ἤ θαῦμα. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι ἐννοεῖ μία γυναῖκα πού θά ἔμενε ἔγκυος μέ τό φυσιολογικό τρόπο. Ὁ καθένας καταλαβαίνει πώς θά ἦταν ἀνόητο ἀπό μέρους τοῦ προφήτη, ἀφοῦ εἶπε ὅτι θά συμβῆ κάτι παράξενο καί ἀσυνήθιστο μετά νά προσθέση, ῾μία γυναῖκα θά συλλάβη᾽. Ἄρα, λοιπόν, εἶναι σαφές ὅτι μιλᾶ γιά μία παρθένο πού θά συλλάβη, ὄχι μέ τό φυσιολογικό τρόπο, ἀλλά μέ τή χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”».

***
Στή συνέχεια, ἀναγράφουμε μερικές θέσεις γιά τούς ὀνομαζομένους «ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ». Ἡ ὀρθόδοξη θέσι εἶναι ὅτι, κατά τή συνήθεια, τῆς Βίβλου, ἡ λέξι ἀδελφός δέν κυριολεκτεῖται, ἀλλά σημαίνει γενικότερα «συγγενής»:
Ἰδού μερικά τέτοια χωρία:
Οἱ Ἰακώβ καί Λάβαν ὀνομάζονται ἀδελφοί (Γεν 28 καί 29), ἐνῶ εἶναι γαμπρός καί πεθερός (βλ. καί: Κριτ 19, 4, 7, 9).
• Οἱ Ἀβραάμ καί Λώτ ὀνομάζονται ἀδελφοί (Γεν 13, 8), ἐνῶ εἶναι θεῖος καί ἀνηψιός.
• Ἀδελφοί μέ εὐρύτερη συγγένεια: «Ἰεήλ καί ἀδελφοί αὐτῶν, ἑξακόσιοι καί ἐνενήκοντα. Καί ἀδελφοί αὐτῶν ἄρχοντες οἴκων πατριῶν αὐτῶν χίλιοι καί ἑπτακόσιοι καί ἑξήκοντα, ἰσχυροί δυνάμει εἰς ἐργασίαν λειτουργίας οἴκου τοῦ Θεοῦ»(Α´ Πρλ 9, 6, 13· βλ. καί: 15, 3-11· καί: Νεεμ 11, 11, 13, 14, 19).
«Τῷ Χεβρωνί Ἀσαβίας καί οἱ ἀδελφοί αὐτοῦ υἱοί δυνατοί, χίλιοι καί ἑπτακόσιοι ἐπί τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Ἰσραήλ, πέραν τοῦ Ἰορδάνου πρός δυσμαῖς, εἰς πᾶσαν λειτουργίαν Κυρίου καί ἐργασίαν τοῦ βασιλέως»(Α´ Πρλ 26, 30).
• Ἡ μαθητεία στό Χριστό εἶναι συγγένειά Του: «Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου, καί τίνες εἰσίν οἱ ἀδελφοί μου; Καί ἐκτείνας τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπί τούς μαθητάς αὐτοῦ ἔφη· Ἰδού ἡ μήτηρ μου καί οἱ ἀδελφοί μου· ὅστις γάρ ἄν ποιήσῃ τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς αὐτός μου ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ ἐστίν»(Μθ 12, 48-50).
«Τότε λέγει αὐταῖς ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ἀδελφοῖς Μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Κἀκεῖ Με ὄψονται»(Μθ 28, 10· βλ. καί: Ἰω 20, 17).
• Υἱότητα καί πατρότητα ὄχι κυριολεκτικά: «Καί ἰδόντες αὐτόν ἐξεπλάγησαν, καί πρός αὐτόν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδού ὁ πατήρ σου κἀγώ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε»(Λκ 2, 48), διότι ὁ Χριστός συνελήφθη χωρίς πατρικό σπέρμα.
• Υἱότητα καί μητρότητα ὄχι κυριολεκτικά: «Λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου, εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδού ἡ μήτηρ σου»(Ἰω 19, 26, 27).
• Ὁ Ἀν. Ἀντωνόπουλος ἐπισημαίνει: «Ἄν, ὑποχωρώντας πρός στιγμήν στίς ἀπόψεις τῶν αἱρετικῶν, ἑρμηνεύσουμε μέ τή στενή, τήν περιορισμένη καί γραμματική ἔννοια τή λέξι “ἀδελφός” καί θεωρήσουμε τόν Ἰάκωβο καί τούς ὑπόλοιπους ἀδελφούς καί ἀδελφές Του, ὡς κατά σάρκα ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, τότε, κατ᾽ ἀνάγκην, πρέπει νά ἑρμηνεύσουμε καί τό “οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός” τοῦ Ματθαίου (13, 55), κατά τή στενή ἑρμηνεία τῆς λέξεως υἱός, ὁπότε ἐξάγεται τό συμπέρασμα ὅτι ὁ Χριστός δέν συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί ἑπομένως ἀσπόρως, ὅπως οἱ Γραφές διδάσκουν κι ἐμεῖς κι αὐτοί παραδεχόμασθε, ἀλλά εἶναι κατά φύσι παιδί τοῦ “τέκτονος Ἰωσήφ”. Ἀπ᾽ αὐτή, ὅμως, τήν παραδοχή τά πάντα καταπίπτουν, τά πάντα χάνονται. Νά ποῦ μᾶς ὁδηγοῦν οἱ Εὐαγγελικοί καί οἱ Χιλιαστές».
ΠΗΓΗ:
Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ
Ἡ Θεοτόκος
ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
Ἀθήνα 2012
TRUTH TARGET

No comments:

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...