Wednesday, December 30, 2015

ΠΑΤΗΡ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗΣ (1921-2001) – Ο ΑΦΑΝΗΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

PAINTING LEAVES

20p34adΠατήρ Δαμασκηνός Κατρακούλης (1921-2001)
Ο αφανής Άγιος της αγάπης
ORTHODOXY IS LOVE
“Να μας αξίωση λοιπόν ό Θεός να γίνουμε καί εμείς θεοί, κοντά σ’ Αυτόν τον ανερμήνευτον Θεόν, τον απερινόητον τον άπειρον. Θέλει να ζήσουμε κοντά Του. Θέλει να γίνουμε άπειροι καί εμείς να γίνομαι αιώνιοι κοντά σ’ Αυτόν”.
Με αυτή την επιθυμία της θεώσεως εζή ό αοίδιμος Πατήρ Δαμασκηνός καί ό πόθος του αυτός έπληρώθη την 23ην Φεβρουαρίου 2001. Την ήμέραν αυτήν χαίρων εισήλθε εις το φως της αιωνί­ου ζωής, την οποίαν παιδιόθεν τόσον ηγάπησε.
Την 23ην Φεβρουαρίου 2001 έκοιμήθη εν Κυρίω ό πνευματικός Πατήρ καί κτίτωρ της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάν­νου του Μακρινού Μεγάρων, π. Δαμα­σκηνός Κατρακούλης. Είχα την ιδιαιτέρα ευλογία να γνωρίζω τον π. Δαμασκηνό καί την Ί. Μονή του από τεσσαράκοντα περί­που ετών.
Ένας ακόμα άγιος Γέροντας της Ορθοδοξίας μετέστη εις την Έκκλησίαν των πρωτοτόκων.
Τόσον ή Αδελφότης της Ί. Μονής, υπό την άγίαν Ηγουμένη Γερόντισσα Μακρίνα, όσον καί τα πολλά πνευματικά του τέκνα, Αρχιερείς Ιερομόναχοι, Ιερείς, Διάκονοι, Μοναχοί καί Μοναχές, κλαίουν δια την
ορφάνια. Μας φεύγουν οι άγιοι Γέροντες καί νοιώθουμε ότι μέ­νουμε ορφανοί.
Τον π. Δαμασκηνό διέκρινε καθαρότης της καρδίας, βαθύτατη ταπείνωσις, θειος έρως, αδιάλειπτος προσευχή, πνευματική αρχοντιά. Είχε την απλότητα ενός παιδιού καί συγχρόνως την αρχοντιά και ευγένεια ενός βασιλικού παραστάτου. Παριστάμε­νος νοερός καί αδιαλείπτως ενώπιον του Παμβασιλέως Χριστου ελαμπρύνετο καί εχαριτώνετο από την μορφή του γλυκύ­τατου Νυμφίου της ψυχής του. Πόσο ωραία νοιώθει κανείς κοντά σε τέτοιους χαριτω­μένους Γέροντες!
Αν καί ό π. Δαμασκηνός καθόλου δεν υστέρησε σε αρετές καί χαρίσματα από τους συγχρόνους μεγάλους Γέροντας (π. Πορφύριο, π. Παΐσιο, π. Ιάκωβο, π. Επι­φάνια), ό Κύριος τον έκρυψε από τους οφθαλμούς πολλών, όχι γιατί ό ίδιος θα κινδύνευε από την κενοδοξία, αλλά για να προφύλαξη την ευλογημένη Αδελφότη­τα των Μοναζουσών από τον περισπασμό καί τίς ενοχλήσεις του πλήθους.
Καρπός της τελείας αγάπης του προς τον Θεόν ήτο ή τελεία αγάπη του προς τους ανθρώπους. Χαριτωθείς με τα υπερφυή χα­ρίσματα του Αγίου Πνεύματος, μεταξύ των οποίων καί ή διάκρισης, ή υψίστη των αρετών, έγινε απλανής οδηγός πλήθους μοναχών καί λαϊκών.
Οι πνευματικοί του λόγοι καί τα κείμενα του μαρτυρούν για την Χάρι του Θεού πού τον αγίασε.
Ενθυμούμαι τον μακαριστό καί άγιον Μητροπολίτη Αρτης Ιγνάτιο, εις τον όποιον επί πολλά έτη ό π. Δαμασκηνός εξομολογείτο, πού έλεγε: Όταν εξομο­λογώ τον π. Δαμασκηνόν, αγιάζομαι.
Σεπτέ Γέροντα, π. Δαμασκηνέ. Βιά­στηκες να μας φυγής. Είχες την πληροφο­ρία ότι επέτυχες την ένωσιν με την Άγίαν Τριάδα. Μη παύσης, ως παρρησίαν έχων, να πρεσβεύης καί για μας τους περιλειπομένους.
Ό Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Όσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
Αρχιμανδρίτης Γεώργιος
Ο πνευματικός Πατήρ καί κτίτωρ της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προ­δρόμου (Μακρινού), Πατήρ Δαμα­σκηνός, γνωστός εις όλους ως ό “Πάππους”, κατά κόσμον Σπυρίδων Κατρακούλης, εγεννήθη εις τα Μέγαρα, την 2αν Ιουλίου 1921. Οι γονείς του, Ιωάννης καί Μαρία, άνθρω­ποι απλοϊκοί καί φιλήσυχοι, ήσαν λίαν ευσεβείς καί μετέδωσαν εις τα τέκνα των την βαθιά πίστη καί αγάπη προς τον Θεόν καί την Πατρίδα.
Όθεν ό μικρός Σπυρίδων, από την νηπιακή του ακόμη ηλικία, αντικρύζων το μυστήριον του θανάτου εις τάς κηδείας των συγγενών, αδυνατούσε να πιστεύση ότι ή ζωή τελειώνει εις τον τάφον. Ή ανήσυχος ψυχή του απεστρέφετο την φθοράν καί δια τούτο εδίψα την αιώνιον ζωήν, έως ότου εις το πρόσωπον του Χριστού εύρε την ελπίδα καί την χαράν της Αναστάσεως. Όλος ό βίος του υπήρξε εξωτερικώς απλούστατος. Ό ίδιος, κεκρυμμένος εν Χρι­στώ ως πολύτιμος μαργαρίτης, ηύξανε μέσα εις το όστρακο της θείας στοργής εν αφά­νεια καί ταπεινώσει. Προκύπτων λοιπόν σοφία καί ηλικία καί χάριτι, έλαβε την εγκύκλιο μόρφωσιν εις την γενέτειρα του, ενώ παραλλήλως ειργάζετο σκληρός, καλλιεργών με τα παιδικά του χέρια την άγονον γήν των πατέρων του.
Όμως ή καρδία καί ό νους του αναζη­τούσαν κάποιους άλλους κόσμους καί δια τούτο επλατύνοντο καί ηνοίγοντο δια της φυσικής αποκαλύψεως εις την σφαίραν της γνώσεως του Θεού. Ολόκληρος ή δημι­ουργία συγκινούσε αφάνταστα την τρυφερά παιδική καί εφηβική του ύπαρξιν. Συχνά εύρισκε καταφύγιο εις τον τότε ανθοστόλιστο κάμπο των Μεγάρων καί εκεί ή καρδία του ησθάνετο την πνοή της αύρας της θείας αγάπης.
Ή ευαίσθητος ψυχή του αναζητεί τον Θεόν καί διαρκώς συνομιλεί με τον ηγαπημένον του Χριστόν. Καί ό Θεός πού προεγνώριζε την τελείαν του αφιέρωσιν, είλκυε αυτόν έτι καί έτι εις την θείαν μέθεξιν. Ένε­κεν της καθαρότητας του έγένετο σκεύος του Αγίου Πνεύματος. εις πρώιμον ηλικία εδέχθη εις την καρδίαν του την πρώτη αποκάλυψη του Προσώπου του Κυρίου καί την εμπειρίαν του άκτίστου Φωτός.
Το γεγονός τούτο, το όποιον ό ίδιος απεκάλει “πρώτη γνωριμίαν” καί “πρώτη άγάπην εις την Γαλιλαία του”, συνεκλόνισε την ψυχήν του καί σφράγισε όλη του την ζωήν.
Περιγράφων την μυστική αυτήν εμπει­ρία, λέγει: “Ώ ημέρα μεγάλη καί σωτή­ριος! Μεγάλη Παρασκευή! όπου ένθεος έρως έγεννήθη στην ψυχή μου καί ακράτη­τος δοξολογικός παφλασμός στην καρδία μου εκ μυστηριώδους λειτουργικής αισθήσεως. Άπαντα ως θυμίαμα με προσκαλούσαν εις προσευχήν, εις δρασιν καί ενατένισιν του Κυρίου μου ασχηματίστως… Ευρέθην εις άφραστο μυσταγωγία καί εις στιγμή αιωνιότητας, όπου συνήψα συμβόλαιο αρραβώνας μετά του Κυρίου μου “. Κατ’ εκείνη την ημέρα έδωσε την αμετάκλητων υπόσχεσιν της τελείας αφιερώσεώς του εις τον Θεόν.
Συνεχώς έζη με το δράμα της πρώτης θεοπτίας καί έλεγε: εκεί τρέχω, εκεί φω­νάζω, εις αυτός τάς κορυφάς πού είναι λουσμέναι εις το φως. εκεί συναντηθήκαμε το πρώτον, σε μία άκρη κορυφής θεοπτίας, εκεί μιλήσαμε ανοικτά καί ατενίσαμε τίς αιχμηρές κορυφές της θεολογίας.
Έκτοτε καί έως εσχάτης αναπνοής δεν επαυσεν ήμέραν καί νύκτα να είναι ό κυ­νηγός της θείας αγάπης. Ή ζωή του υπήρξε όντως “άσμα ασμάτων”. Όμως ή μυστα­γωγία της Γαλιλαίας τελείωσε. Αφού ό Κύριος του άνοιξε την αυλαία του ουρα­νίου κόσμου, τον άφησε να αγωνισθή. Καί άρχισε ή σκληρά, μακρά καί επικίνδυνος πορεία· πάλη θηριώδης, άρπαγμός, ξυλο­δαρμός. Ό εχθρός κάθε τόσο έστηνε ενέ­δρες. Μία έδινα, τρεις κατακέφαλα ελάμ­βανα εκ των τριών εχθρών. Με την επίκλησιν όμως του ονόματος του Κυρίου, της Θεοτόκου καί του αρχαγγέλου Μιχαήλ διέφυγα από τα χέρια του . Όλη ή ζωή του ήταν “τιτάνιος άγων”. Υπήρξε μεγάλος βια­στής πού δεν ελυπείτο τον εαυτό του. Ό ίδιος έλεγε δια τους αγώνας αυτούς: “Ίδρωτες, θρόμβοι αίματος”.
Όμως ό π. Δαμασκηνός δεν ήτο μόνον αγωνιστής του Χριστού, αλλά καί της πα­τρίδος, την οποίαν καθ’ υπερβολή ήγάπησε καί υπηρέτησε αυτήν επί 43 μήνας, εις το πυροβολικό σώμα του στρατού, εις και­ρούς χαλεπούς. Ακόμη καί τότε ανηλίσκετο μεταξύ προσευχής, ιεραποστολής καί καθήκοντος, αποτελών φωτεινό παράδειγμα δια τους ανωτέρους καί τους συστρατιώτες του. Ή φλόγα της θείας αγά­πης τον κατέτρωγε.
Όθεν, μόλις επέστρεψε από τον στρατόν, ενεδύθη τον μέλανα μοναχικό τρίβωνα. Το 1950 χειροτονήθηκε διάκονος καί μετά δύο έτη εδέχθη την χάριν του β’ βαθ­μού της ιεροσύνης, την οποίαν ως χερουβίμ απελάμβανε έως εσχάτης του πνοής, αισθανόμενος πάντοτε ότι συλλειτουργεί μετ’ αγγέλων καί αγίων.
Επί μίαν οκταετία ό φωτοφόρος Πα­τήρ γεώργησε τον αγρό του Κυρίου εις την γενέτειρα του καί τρύγησε πλήθος εύχύμων καρπών εκ των πνευματικών του βλαστημάτων. Λειτουργών καί λατρεύων τον Κύριον, μεσίτευε υπέρ του ηγαπημένου του λαού, “θύων καί θυόμενος”.
Ό ένθεος έρως πού χαρακτήριζε την ζωήν του, ως καί το ασκητικό του φρόνη­μα , ενέπνεον τα πνευματικά του τέκνα, τα όποια πεθύμησαν να ακολουθήσουν τα ίχνη του. Δια τούτο, το 1960 ηγείται μικράς γυναικείας αδελφότητας καί τη παραινέσει του οικείου Μητροπολίτου αναστηλώνει την πάλαι ποτέ εκλαμπρον Ίεράν Μονήν του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (Μακρινού), ή οποία σχεδόν ήτο κατερειπωμένη. Τίς δύναται να διηγηθεί τους άτρύτους κόπους, τους οποίους κατέβαλε ως χειρώναξ δια την ανοικοδόμηση της Μονής, αναμιγνύων με το χώμα τον ιδρώτα καί τα δάκρυα της προσευχής του καί ούτω θεμελίων του Τι­μίου Προδρόμου τα επίγεια σκηνώματα; Συγχρόνως δια της ενάρετου πολιτείας καί της ταπεινώσεώς του εγένετο τύπος των μοναζουσών με την τελείαν εκκοπή των θελημάτων του, θέτων τα θεμέλια καί του πνευματικού οικοδομήματος της Μονής.
Κατ’ εκείνη την εποχή ήρχισε να ανθοφορεί ό γυναικείος μοναχισμός καί αί συγκροτούμενες μοναχικές αδελφότητες αναζητούν εις τον αφανή ασκητή, τον Πάππου του Μακρινού, τον σοφό καθοδηγητή. Ή συμβολή του εις την καρποφορία του γυ­ναικείου μοναχισμού των τελευταίων ετών υπήρξε λίαν σημαντική. Δεν υπερβάλλομε, εάν είπωμεν ότι βάδισε εις τα ίχνη του Αγίου Νεκταρίου.
Λαβών παρά Θεού την ειδική χάριν του ποιμαίνειν μοναχές δια λόγου καί βίου, διηκόνησε, φωταγώγησε καί εποδηγέτησεν εις την πατερική τρίβον πολλάς γυ­ναικείας μοναστικές αδελφότητας, “τους χορούς των μυροφόρων”, ως έλεγε. Όθεν καί ηγάπα όλα τα μοναστήρια καί τα θεωρούσε ως ένα, αποφαινόμενος ότι “όλα τα μοναστήρια είναι δικά μας καί είμαστε όλοι μία αδελφότης, διότι, εχομεν τον Χριστόν κοινόν νυμφίον καί όφείλομεν να αγαπάμε όλας τας αδελφάς, όπως τάς ιδικάς μας”.
Ηγάπα το Κοινόβιο καί ωνόμαζεν αυτό “μετόχι, του Παραδείσου”· ενώ δε ήτο νηπτικός καί πραγματικός θεωρητικός Πατήρ, έζησε ως τέλειος κοινοβιάτης με απόλυτον ακρίβεια βίου καί τελείαν ακτημοσύνη. Εχαίρετο υπερβολικός την αδελφότητα καί άπελάμβανε τα χαρίσματα των άλλων ως ιδικά του.
Υπήρξε κατ’ εξοχήν εκκλησιαστικός ανήρ, σπενδόμενος δια την Έκκλησίαν καί εργαζόμενος αόκνως υπέρ αυτής.
Το 1984, όταν ιδρύθη ή ανδρώα Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Μαζίου, διωρίσθη πρώτος ηγούμενος αυτής υπό του οικεί­ου Μητροπολίτου κ.κ. Βαρθολομαίου. Το δε 1990 εγενετο οφφικιούχος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Από την πνευματικήν του καθοδήγησιν εύρον την όδόν της σωτηρίας πλήθη λαού καί εμορφώθησαν εν Χριστώ αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί καί εργάται του Ευαγγελί­ου. Ηύχετο δε εις τα πνευματικά του τέκνα να είναι ή ζωή των τοιαύτη, ώστε καί μόνον ή θέα των να εμπνέει εις τους ανθρώ­πους την μετάνοιαν.
Ό ίδιος ό π. Δαμασκηνός καθημερινό άρτον είχε την μετάνοιαν. Περιέγραφε δε την πορεία του ως εξής: “Όταν πρωτο-μετανοήσαμε, βυθιστήκαμε κάτω στον εαυτό μας καί είδαμε το καταγώγιο μας πού ήταν σκοτεινό καί αρχίσαμε την με­τάνοια καί την προσευχή, μέχρι πού αισθαν­θήκαμε ότι καθάρισε ό εαυτός μας. Ύστερα άρχισε να μεταβάλλεται το καταγώγιο μας εις φωτεινό καταγώγιο του Αγίου Πνεύματος καί της αθανάτου σοφίας· καί ξεκινήσαμε πλέον. Ή πίστης μας επέταξε στην αγκαλιά του Θεού “. Ή ακράδαντος καί άνευ ορών πίστης ήταν ή “πυρσοκρότησις για τίς αναβάσεις του”. πίστης όχι μόνον εις τον προσωπικό Θεόν, αλλά καί εις κάθε λόγον της Αγίας Γραφής καί των αγίων Πατέρων. Χαρακτηριστική είναι ή φράσης του: “Αν θέλετε πνευματικές ανα­βάσεις, ν’ ανεβείτε εις το βάθρο της πί­στεως καί της ταπεινώσεως”.
Κατά την Θείαν Λειτουργία αι νοηταί αναβάσεις του εκορυφώνοντο. Έλεγε τα έξης: “Ιδιαιτέρως μέσα στη θεία λειτουρ­γία να παίρνομαι την νοητή πορεία καί να μένουμε μεταξύ της θριαμβευούσης καί της στρατευόμενης Εκκλησίας. Να μένουμε μαζί με τους αγίους καί να λειτουργούμε μαζί με τον ουράνιο κόσμο, για να μπορεί ή ψυχή μας να γεμίσει με την ελπίδα της αιωνίου μακαριότητας. Στη θεία λειτουργία αρχίζομε πλέον να αλλάζομαι τον χώρο καί ενώ­ναμε τον ουράνιο κόσμο με τον επίγειο. ‘Έχομε καί τούς δύο κόσμους στη νοήσει μας. Στη λειτουργία συσπειρώναμε μαζί μας όλη την δημιουργία καί δοξολογούμε τον Θεόν μαζί με τίς πέτρες, την θάλασσα καί τον φυτικό κόσμο, πού άφωνος καί συνεχώς λειτουργούν όλα μαζί. Όταν λέω τίς ευχές, αισθάνομαι ότι ή κάθε μία έχει μέσα της την παντοδυναμία, την πανσοφία.
Μπαίναμε στη βασιλική λειτουργία. Στην ωραία λειτουργία του σύμπαντος συνάπτεις την δική σου λειτουργία. Φέ­ρομε τον ουρανό νοητός κάτω καί ανε­βάζαμε τον εαυτό μας επάνω. Να μπούμε στη μυστική καί οικουμενική του σύμπα­ντος λατρεία”.
Ενώ ό ίδιος μετ’ οδυνηράς πάλης κατά των εχθρών κατόρθωσε να καταλάβει την κορυφή της θεωρίας, εν τούτοις συνεβούλευε τα έξης: “Να πιάσομε την κορυφή της θεωρίας, δια να έχομε την υπεροχή επί των παθών. Τότε τα πάθη εξουδετερώ­νονται χωρίς πολ­λούς ίδρωτας. Με την αποφατική θεώρηση του ουρανίου κόσμου καί τη θεολόγησι της σωτηρίας πέφτομε σε άλλη σφαίρα, της παντοδυναμίας του Θεού. Πορευόμεθα επί των κορυφών, ατενίζοντες το πρόσωπον του Κυρίου, θέτομε τον εαυτόν μας κάτω από την επισκόπησιν του Θεού καί ρίχνομε εις την λήθην τον παρόντα κόσμον. Ελεύθερος τότε ό νους μας θα αναφέρεται προς τα άνω πάντοτε καί ή διάνοια μας θα είναι πάντοτε τεταμένη προς τον Θεόν”. Προσπαθούσε να μιμηθή τον Ενώχ, δια το πρόσωπον του οποίου ένοι­ωθε μεγάλο θαυμασμό καί ανέφερε συνεχώς ότι ούτος είχε την διάνοιάν του τεταμένην εις τον Θεόν επί εκατόν έτη. Ή σκέψις του Θεού ήτο ή απόλαυσίς του καί έλεγε μετά του ψαλμωδού: “Έμνήσθην του Θεού καί ευφράνθην”. Καί άλλοτε: “Ατενίζω τον Θεόν ανά πάσαν στιγμήν καί χαίρεται ή ψυχή μου. Τον βλέπω ασχημάτιστος, τον αγαπώ καί τον βλέπω. Είμαστε ενώπιον του προ­σώπου του Κυρίου. Όμως, παρ όλο πού τον βλέπω, πάντοτε τον ζητώ “.
Το πρόσωπον του Χριστού ήτο ή τροφή καί ή τρυφή της ψυχής του. Οι λόγοι του Κυρίου: “Εγώ ειμί ή οδός” είχαν χαραχθεί βαθέως εις τον νουν του καί δια τούτο επίστευεν ότι δια της Χριστογνωσίας ό άνθρω­πος φθάνει την αυτογνωσία καί δι’ αυτής την θεογνωσία.
Ό π. Δαμασκηνός, όταν έλεγε θεογνω­σία, εννοούσε την θεοκοινωνίαν. Επειδή δε ό ίδιος είχε κατορθώσει δια της βαθιάς μετανοίας την κάθαρσιν της καρδίας καί του νοός, ενέτεινε ολην την νοητική του δύναμιν εις την αδιάλειπτο μνήμην του Θεού καί έλεγε: “Όταν ή διάνοια είναι τεταμένη προς τον Θεόν, μέσα μας γεννάται ή ορμή προς θεοκοινωνία”. Καί ρώτα: “Πώς θα προσευχώμεθα καί θα μας ακούει ό Θεός, αν ή νόησης μας δεν μεταβληθεί εις όρασιν Θεού;” Ό ίδιος διαρκώς ατένιζε τον Κύριον καί διαβεβαίωνε ότι ό Θεός οράται καί αναπαύει· καί ότι οι οφθαλμοί της ψυχής μας είναι συνηθισμένοι να βλέπουν τον Θεόν. “Ή διάνοια μας είναι ή διόπτρα πού ατενίζει τα ουράνια· αυτός ό ανιχνευτής (ή διάνοια) έρευνα με το ‘Άγιον Πνεύμα τον ούράνιον κόσμον καί τά βάθη του Θεού. “Αν ό νους δεν δούλεψη, δεν μπορεί να ευφράνει την καρδίαν καί να την ανεβάσει στα ουράνια δια της θείας αγάπης”.
Ό θείος έρως ήτο ή κινητήριος δύναμις, την οποίαν ό π. Δαμασκηνός έθετε εις το διαστημόπλοιο της προσευχής, δια να κάνη την “νοητήν πορείαν προς θεοπτίαν”. Καί ομολογούσε: “Όταν αρχίζομε αυτές τίς νοητές πορείες, γινόμεθα έκπεινοι καί έκδιψοι της θείας αγάπης καί ορμάμε εις ανα­βάσεις τολμηρές. Τολμηρό ανέβασμα είναι ή νοητή θεωρία εις τους μυστικούς χώρους των αγγέλων καί εν συνεχεία εις τους υπερ­βατικούς χώρους της ησυχίας καί της σιωπής, εκεί όπου κατοικεί ό Θεός. εκεί επιθυ­μούμε να φθάσομε καί να ομιλήσομε με τον λατρευτό μας Θεόν. Αυτός είναι ό έρως που μας ανυψώνει συνεχώς μέχρι την τελικήν ένωσιν μετά του Θεού. Αυτός ό έρως είναι, δύναμις, δια της οποίας ό μοναχός ξέρει ν αγαπά καί να θυσιάζεται έως θα­νάτου· είναι όλος φως, είναι όλος βασιλεία, όλος άκτιστον φως καί ανέσπερο φως”. Αυτός ό έρως εκυρίευε ολην την ύπαρξιν του π. Δαμάσκηνου καί εζη μέσα εις το θείον φως. Επρόδιδεν ακουσίως τον εαυ­τόν του, όταν έλεγε: “Να γίνη ό εαυτός μας ολόκληρος ένα φως, μία φωτεινή λαμπά­δα. Το είδαμε το φως, το ξαναείδαμε το φως καί το ξαναβλέπομε το φως. Είδαμε το φως, για να φθάσομε πλέον μέσα στον ήλιο της δικαιοσύνης.
Κατόπιν καί ό θάνατος δεν μας ξενίζει καθόλου, γιατί είμαστε μέσα στο φως του Θεού καί ζούμε τη βασιλεία Του ήδη από τώρα. Είμαστε συνέχεια μέσα στην εορτή από τώρα καί κατόπιν πάμε καί προσω­πικά καί του λέμε: “Μόνο για Σ ένα, Χρι­στέ μου, όλα για Σένα. Ό,τι θέλεις καί όπως θέλεις”.
Ή όσια έκδημία του θεοφόρου Πατρός εβύθισεν εις πένθος την επίγειο Έκκλησίαν καί έγένετο χαρμονή αιώνιος εις τον ούράνιον κόσμον, όστις εδέχθη αυτόν στεφανηφορούντα.
Εκ της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Μακρινού

No comments:

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...